Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Στα 70 χρόνια από την ίδρυση του ΕΑΜ. Η σχέση κοινωνικού και εθνικού, τότε και τώρα

Πηγή: aristerovima.gr

του Γ.Αλεξάτου

Κάτι παράξενα που συμβαίνουν καμιά φορά, όμως!... Ενώ φέτος, ίσως περισσότερο παρά ποτέ άλλοτε, γίνονται τόσες και τόσες αναφορές στο ΕΑΜ, ως μια επιτυχημένη μορφή συμμαχίας από την οποία θα μπορούσαν να αντληθούν χρήσιμα διδάγματα για την αντιμετώπιση των κρίσιμων προβλημάτων με τα οποία βρισκόμαστε αντιμέτωποι ως Αριστερά, ως εργαζόμενος λαός και ως χώρα, η συμπλήρωση των εβδομήντα χρόνων από την ίδρυσή του πέρασε στα ψιλά. Σχεδόν απαρατήρητη! Είχαμε βέβαια και πυκνά γεγονότα, και ίσως η απουσία κάποιου επετειακού εορτασμού να αποτελεί και θετικό σημείο των καιρών: είναι προτιμότερο να συμμετέχεις στην ιστορική κίνηση, από το να συζητάς για το ιστορικό παρελθόν.

Εντούτοις, όσο σωστό κι αν είναι αυτό, τη συζήτηση δεν θα μπορέσεις να την αποφύγεις, καθώς μια σειρά ζητήματα ξεπροβάλλουν μέσα από την ίδια την πραγματικότητα της σημερινής ιστορικής κίνησης, απαιτώντας απαντήσεις που να παίρνουν στα σοβαρά υπόψη την εμπειρία που έχει συσσωρεύσει το κίνημά μας από την ιστορία του. Κατά συνέπεια, οι αναφορές στο ΕΑΜ έχουν να κάνουν, πρωτίστως, με το γεγονός ότι υπήρξε η σημαντικότερη μορφή κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας που υλοποιήθηκε από την Αριστερά σ’ αυτό τον τόπο, σε συνθήκη εξαιρετικά κρίσιμη, χαρακτηριστικά της οποίας εμφανίζονται στον ένα ή τον άλλο βαθμό και σήμερα.

Μπορεί να μην έχουμε στρατιωτική κατοχή, έχουμε όμως περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας. Μπορεί να μην έχει επιβληθεί φασιστικό καθεστώς, έχει όμως ακρωτηριαστεί η ισχύς του ίδιου του Συντάγματος. Μπορεί να μην έχουμε πλήρη αποδιάρθρωση της οικονομικής ζωής και να μη μετράμε νεκρούς από πείνα, έχουμε όμως, ήδη, ένα εκατομμύριο ανθρώπους στερημένους από κάθε εισόδημα και εκατομμύρια άλλους που το βιοτικό τους επίπεδο έχει υποβαθμιστεί, φτάνοντας στα όρια της φτώχειας και τείνοντας –σε μεγάλο ποσοστό- στην εξαθλίωση.

Η εαμική εμπειρία

Ποια ήταν, το 1941, η κύρια αντίθεση που η επίλυσή της θα επέτρεπε την ανάδειξη ως κύριων αυτών που, όσο αυτή κυριαρχούσε, παρέμεναν δευτερεύουσες; Κατά το ΚΚΕ, ήταν η αντίθεση ανάμεσα στην κατοχή από τα ξένα φασιστικά στρατεύματα και στην ανάγκη εθνικής απελευθέρωσης. Την ανάγκη αυτή δεν θα μπορούσε να την εξυπηρετήσει παρά μόνο η συγκρότηση ενός Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, το οποίο θα συσπείρωνε το σύνολο των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που αντιτάσσονταν στην κατοχή.

Ποιες ήταν, σύμφωνα με το ΚΚΕ, αυτές οι δυνάμεις; Ήταν το σύνολο του ελληνικού λαού, ανεξαρτήτως ταξικής ένταξης, και το σύνολο εκείνων των πολιτικών δυνάμεων που αντιτάσσονταν στο φασισμό και στους κατακτητές. Επρόκειτο για κάλεσμα που υπερέβαινε, κατά συνέπεια, τους ταξικούς διαχωρισμούς, όπως ακριβώς συμβαίνει πάντα στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες όλων των λαών. Όταν ένα επαναστατικό κόμμα επιδιώκει τη συγκρότηση ενός τέτοιου μετώπου, διεκδικώντας, με την πρωτοβουλία του αυτή και με τη δράση του στη συνέχεια, την κατάκτηση της ηγεμονίας στις γραμμές του απελευθερωτικού κινήματος, θα ήταν ανόητο να θέσει όρια στην ευρύτητα της απεύθυνσης, πριν ακόμα τα θέσουν άλλες ταξικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, που αναλαμβάνουν έτσι και την ευθύνη της μη συμμετοχής τους στον ενιαίο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Εξαιρούνται, φυσικά, εκείνες που η τοποθέτησή τους στο αντίπαλο στρατόπεδο είναι εξαρχής δεδομένη. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβαινε με τις αστικές τάξεις των περισσότερων κατεχόμενων χωρών της Ευρώπης. Οι περισσότερες, μετά από μια πρώτη περίοδο αμηχανίας, διχάστηκαν μεταξύ συνεργασίας (δωσιλογισμού) και αντίθεσης στον κατακτητή.

Αυτός ήταν ο χειρισμός που έπεισε ευρύτατες λαϊκές κοινωνικές δυνάμεις ως προς την εντιμότητα των προθέσεων του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, αν και συγκροτήθηκε τελικά ως μέτωπο της Αριστεράς, καθώς οι αστικές πολιτικές δυνάμεις είτε συμμάχησαν με τον κατακτητή είτε συνιστούσαν νηφαλιότητα και αναμονή είτε στήριξαν την κυβέρνηση του βασιλιά και των ριψάσπιδων που διέφυγαν στην Αίγυπτο, και τις βρετανικής επιρροής αντιεαμικές οργανώσεις.

Όπως έπεισε τα λαϊκά στρώματα η πρόταξη από το ΚΚΕ και το ΕΑΜ της Μάχης της Επιβίωσης του Λαού, κατά το δύσκολο χειμώνα του 1941-42, το κάλεσμα για αυτοοργάνωση ενός πανελλαδικού δικτύου κοινωνικής αλληλεγγύης, αντιγράφοντας πολλαπλασιαστικά την πρόσφατη εμπειρία που είχε αποκτήσει το εργατικό και λαϊκό μας κίνημα κατά την οικονομική κρίση των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του ’30.

Σε πείσμα όσων παραχαράζουν, εσκεμμένα ή λόγω αμορφωσιάς και άγνοιας, την Ιστορία, ήδη από τον Ιούλιο του 1941 η Κ.Ε. του ΚΚΕ έθετε ως άμεσο στόχο «τον αγώνα για τα καθημερινά προβλήματα όλων των λαϊκών στρωμάτων και την ένοπλη αντίσταση στους κατακτητές» (Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, Σύγχρονη Εποχή 1981, τ. 5ος, σ. 40). Η Μάχη της Επιβίωσης εξασφάλισε τους όρους για τη διαμόρφωση στενών σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ ΕΑΜ και λαού, επιτρέποντας έτσι τη στήριξη της εποποιίας του ΕΛΑΣ, που η ίδρυσή του ακολούθησε αμέσως μετά, το Φεβρουάριο 1942, από ευρύτατα λαϊκά στρώματα.

Ο συνδυασμός ένοπλης πάλης και ισχυρού εργατικού και λαϊκού μαζικού κινήματος υπήρξε μοναδική ιδιομορφία της Ελληνικής Αντίστασης σε ολόκληρη την κατεχόμενη Ευρώπη. Κι ήταν αυτός ο συνδυασμός που τρόμαξε την αστική τάξη και τη Μεγάλη Βρετανία, που διέβλεπε τον κίνδυνο να χάσει τη μεταπολεμική επιρροή της σε μια χώρα τόσο απαραίτητη για τα συμφέροντα της Αυτοκρατορίας στην Ανατολική Μεσόγειο και κατ’ επέκταση σε όλη την Ανατολή.

Ως προς την άποψη που θέλει την πρόταξη του στόχου της Εθνικής Απελευθέρωσης σαν την αιτία των καταστροφικών χειρισμών του 1943-45, δυο επισημάνσεις: και στη Γιουγκοσλαβία και στην Κίνα και σε άλλες χώρες, αυτός ο στόχος προτάχθηκε, αλλά η εξέλιξη υπήρξε διαφορετική. Από την άλλη, χωρίς το ΕΑΜ, χωρίς τον πρωτοπόρο ρόλο των κομμουνιστών στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, προφανώς δεν θα υπήρχε αυτό το γιγάντιο κίνημα, ώστε να τίθενται σε συζήτηση ετούτοι ή οι άλλοι μεταγενέστεροι χειρισμοί.

Η όποια μηχανιστική μεταφορά της πολιτικής της επαναστατικής-διεθνιστικής πτέρυγας του εργατικού κινήματος του 1914-18 στη συνθήκη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα ήταν καταστροφική, καθώς θα παρέβλεπε την τύχη που επιφύλασσε στην εργατική τάξη, αλλά και στην ανθρωπότητα, στο σύνολό της, ενδεχόμενη επικράτηση του φασισμού. Ακόμα κι αν δεν νικούσε ο φασισμός, η ενδεχόμενη αποχή των κομμουνιστών από την Εθνική Αντίσταση θα είχε μοιραίες συνέπειες, καθώς την πρωτοβουλία θα την αναλάμβαναν αστικές δυνάμεις, με ότι αυτό θα σήμαινε για τη σχέση της Αριστεράς με τον εργαζόμενο λαό, όχι μόνο τότε, αλλά και κατά τις επόμενες δεκαετίες.
Αποφεύγοντας τις αστυνομικού τύπου ερμηνείες περί «πρακτόρων και προδοτών» (τη σταλινική κληρονομιά μας, που αποδεικνύεται, παραδόξως, τόσο αγαπητή στους κάθε είδους μηδενιστές της «σταλινικής περιόδου» του κινήματός μας), παίρνοντας υπόψη τα όρια ανάπτυξης του ίδιου του μαρξισμού στην εποχή στην οποία αναφερόμαστε και στο κίνημα για το οποίο συζητάμε, η αναζήτηση των αιτίων της πολιτικής που οδήγησε στο Λίβανο, την Καζέρτα και τη Βάρκιζα θα έπρεπε να επικεντρώσει στην αδυναμία της ηγεσίας του κινήματος να αντιληφθεί τη συγκλονιστική δυναμική που εξαπέλυσε η ανάληψη της ιστορικής πρωτοβουλίας το 1941. Το γεγονός, δηλαδή, ότι από το 1943, την αντίθεση κατακτητών-κατακτημένων την υποκαθιστούσε, όλο και περισσότερο, η αντίθεση μεταξύ του λαϊκού επαναστατικού συνασπισμού του ΕΑΜ και του συνόλου των αστικών δυνάμεων, ντόπιων και ξένων. Κατά συνέπεια, οι αιτίες της ήττας θα πρέπει να αναζητηθούν στην αδυναμία κατανόησης της διαλεκτικής σχέσης Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα και Κοινωνικής Επανάστασης, κάτι που κατάλαβε πολύ καλά ο αντίπαλος, και πρώτα απ’ όλους η έμπειρη αγγλική πολιτική ηγεσία.

Το ΚΚΕ εγκλωβίστηκε στον αρχικό σχεδιασμό, που τον αντιλαμβανόταν μέσα από μια γραμμική διαδοχή σταδίων: Κατάκτηση της Εθνικής Ανεξαρτησίας, εκλογές για την ανάδειξη Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης και την κατοχύρωση της Δημοκρατίας, πολιτική λαϊκο-δημοκρατικού προσανατολισμού και δημιουργία των προϋποθέσεων για το άνοιγμα του δρόμου προς το σοσιαλισμό.


…και οι διαφορές με το σήμερα

Είναι προφανής η βασική διαφορά της σημερινής πραγματικότητας απ’ αυτήν που καθόρισε τη συγκρότηση του ΕΑΜ. Πρόκειται για την ίδια την κύρια αντίθεση που δεν είναι αυτή μεταξύ κάποιων ξένων κατακτητικών δυνάμεων και του ελληνικού έθνους, ως συνόλου, αλλά προσομοιάζει περισσότερο, χωρίς να ταυτίζεται σε καμιά περίπτωση, με την κύρια αντίθεση της περιόδου 1943-45.
Συγκεκριμένα, όπως και τότε, έτσι και σήμερα, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, έχουμε τη διαπλοκή μιας σειράς αντιθέσεων, που η επίλυσή τους θέτει ανάλογα ζητήματα:

Εθνική κυριαρχία. Τότε, ως διεκδίκηση της Εθνικής Απελευθέρωσης, τώρα ως αντίθεση στην υπαγωγή της χώρας υπό τον έλεγχο διεθνών καπιταλιστικών-ιμπεριαλιστικών κέντρων και μηχανισμών (ΔΝΤ, Ε.Ε., ΕΚΤ).

Δημοκρατία. Τότε, ως αίτημα λαϊκής κυριαρχίας («Λαοκρατίας») με την απελευθέρωση από τη φασιστική κατοχή. Τώρα, ως αίτημα αποκατάστασης και βαθαίματος των δημοκρατικών θεσμών, που περιορίζονται από ένα καθεστώς κρατικού αυταρχισμού και αυταρχικού κρατισμού.

Αναδιάρθρωση της οικονομίας σε φιλολαϊκή κατεύθυνση. Τότε, με στόχο την ανασυγκρότηση της κατεστραμμένης από τον πόλεμο και την κατοχή οικονομικής ζωής του τόπου, την οικονομική ανάπτυξη με αξιοποίηση όλων των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας, την εθνικοποίηση των επιχειρήσεων που ανήκαν στο ξένο κεφάλαιο και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας, για τη διαμόρφωση προϋποθέσεων που θα εξασφάλιζαν άνοδο του λαϊκού βιοτικού επιπέδου, σε συνδυασμό με την παροχή δημόσιας δωρεάν παιδείας και υγείας. Τώρα, ως αίτημα ακύρωσης των συμφωνιών με την Τρόικα, διαγραφής του χρέους, εξόδου από την Ευρωζώνη και ρήξης με την Ε.Ε., εθνικοποιήσεων του τραπεζικού συστήματος και στρατηγικών τομέων της οικονομίας, υπό τον έλεγχο των εργαζομένων, αξιοποίησης του εθνικού πλούτου σε μια διαδικασία παραγωγικής ανασυγκρότησης στην υπηρεσία του λαού και όχι του κεφαλαίου, δραστική αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των εργαζομένων, αποκατάσταση και γενίκευση της δημόσιας και δωρεάν παιδείας και υγείας κ.λπ.

Είναι προφανές πως, αν το 1941 η κύρια αντίθεση έθετε ως κύριο ζήτημα την Εθνική Απελευθέρωση, σήμερα η κύρια αντίθεση έχει σαφή ταξικό χαρακτήρα. Κι αυτό γιατί, αν τότε τα συμφέροντα μεγάλου μέρους της ελληνικής αστικής τάξης θίγονταν από την κατάκτηση της χώρας από δυνάμεις με τις οποίες δεν είχε αναπτύξει προπολεμικά σχέσεις συνεργασίας, τώρα είναι το σύνολο του ελληνικού κεφαλαίου που επιχειρεί, μέσα από την αξιοποίηση της κρίσης και την υπαγωγή της χώρας στον έλεγχο διεθνών κέντρων και μηχανισμών, να ολοκληρώσει τις αναδιαρθρωτικές κινήσεις που εμπόδιζε επί μια και πλέον εικοσαετία η αντίσταση των εργαζομένων και της νεολαίας.

Κατά συνέπεια, ένα Μέτωπο, που να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις των καιρών, απαιτείται να προτάσσει ακριβώς αυτά τα ζητήματα της ταξικής αντιπαράθεσης, χωρίς να παραγνωρίζει και τα άλλα δυο, που αποτελούν περισσότερο δευτερεύουσες πλευρές της κύριας αντίθεσης, παρά δευτερεύουσες αντιθέσεις. Στη δεδομένη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, η εκχώρηση μέρους της εθνικής κυριαρχίας σε ξένα κέντρα και ο ακρωτηριασμός των δημοκρατικών θεσμών, ελευθεριών και δικαιωμάτων έχουν σαφές ταξικό πρόσημο.

Ας μου επιτραπεί μια ακόμα ιστορική σύγκριση: η περίοδος που διανύουμε, από την άποψη των κοινωνικο-ταξικών και πολιτικών δυνάμεων που αντιπαρατίθενται, θυμίζει έντονα τη διάταξη δυνάμεων κατά την περίοδο μεταξύ Απελευθέρωσης και Δεκεμβριανών. Σε κοινωνικό επίπεδο, έχουμε τη συμμαχία της ελληνικής αστικής τάξης με τους ξένους συμμάχους-προστάτες της (Βρετανούς τότε, ΔΝΤ και Ε.Ε. σήμερα), κι από την άλλη το σύνολο των κυριαρχούμενων λαϊκών τάξεων και στρωμάτων, μεταξύ των οποίων και εκείνων που λειτουργούσαν σε μια πρότερη περίοδο ως στηρίγματα του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας. Όπως τότε, έτσι και τώρα, έχουμε δυο σαφώς διακεκριμένα μπλοκ πολιτικών δυνάμεων: Από τη μια πλευρά, το σύνολο του αστικού πολιτικού κόσμου. Από την άλλη, το σύνολο των δυνάμεων της Αριστεράς.

Σε ανάλογες καταστάσεις είναι η πρόταξη της κοινωνικής αντίθεσης που κατοχυρώνει την ανάδειξη του ζητήματος της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατίας. Κάτι που δεν μπόρεσε να δει το ΚΚΕ το 1944, θεωρώντας τη Μάχη του Δεκέμβρη σαν συνέχεια του αγώνα της περιόδου της Κατοχής ενάντια σε έναν εισβολέα, με τον οποίο, εντούτοις, επέμενε να συνδιαλέγεται. Ελπίζοντας πως θα πετύχει έναν ικανοποιητικό συμβιβασμό.

Κάτι αντίστοιχο που προτείνεται σήμερα και από δυνάμεις οι οποίες, προτάσσοντας το εθνικό, έχουν την αυταπάτη πως θα υποχρεώσουν τα διεθνή κέντρα σε συνδιαλλαγή, χωρίς μάλιστα να ενδιαφέρονται ουσιαστικά για ανατροπή του συσχετισμού ταξικών δυνάμεων στο εσωτερικό του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.

Σε μια αντίστροφη κίνηση, δυνάμεις της Αριστεράς επιμένουν στην αποσύνδεση του εθνικού από το κοινωνικό, μέχρι και του σημείου της πλήρους παραγνώρισης του πρώτου. Η αγνόηση της σχέσης εθνικού-κοινωνικού γίνεται (παραδόξως;) στη βάση της αποδοχής της μεταπολιτευτικής στρατηγικής επιλογής του ελληνικού κεφαλαίου για ένταξη στον ιμπεριαλιστικό συνασπισμό των δυτικοευρωπαϊκών καπιταλιστικών χωρών, την ΕΟΚ παλιότερα, την Ε.Ε. κατόπιν, για την αναβάθμιση της θέσης του στο διεθνή ανταγωνισμό και την από κοινού αντιμετώπιση της εργατικής και λαϊκής αντίστασης στη νεοφιλελεύθερη αντεπίθεση ενάντια στις μεταπολεμικές κατακτήσεις των εργαζομένων. Η αιτιολόγηση με την προβολή του «διεθνισμού των εργαζομένων» μένει έωλη, καθώς παραβλέπει τη δυναμική που θα αναπτυσσόταν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο από μια ενδεχόμενη ανατροπή της στρατηγικής της καπιταλιστικής-ιμπεριαλιστικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, στο αδύνατο κρίκο: την Ελλάδα.

Στη διαδικασία συγκρότησης ενός Αριστερού Μετώπου έχουμε να διδαχτούμε από το ΕΑΜ. Όχι για να το μιμηθούμε, πράγμα που θα ήταν έως αστείο, αλλά για να δούμε τη σχέση μεταξύ εθνικού και κοινωνικού στις σωστές του διαστάσεις, τότε και τώρα. Αναγνωρίζοντας την καίρια σημασία και των δυο, αντιστρέφοντας, όμως, τις προτεραιότητες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου