Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

Περί διαπλοκής και διαπλεκομένων...

του Δημήτρη Καζάκη 

Μια πρόσφατη διεθνής έρευνα για την δωροδοκία κυβερνήσεων και κυβερνητικών αξιωματούχων, επιβεβαίωσε την ευρύτατα κοινή πεποίθηση: Το «λάδωμα» αποτελεί μια εξαιρετικά διαδεδομένη πρακτική διαπλοκή ανάμεσα σε επιχειρηματικούς ομίλους και κυβερνητικούς αξιωματούχους σ’ ολόκληρο τον κόσμο, προς αμοιβαίο όφελος. Το ενδιαφέρον μ’ αυτή την έρευνα, είναι ότι τα στοιχεία έχουν συλλεχθεί από έρευνα της γνωστής αμερικανικής εταιρείας Gallup, ανάμεσα σε κορυφαία στελέχη πολυεθνικών εταιρειών κι άλλων κρατικών και μη οργανισμών, που ρωτήθηκαν εμπιστευτικά για το πόσο αναγκαία είναι η «μίζα» σε κυβερνητικούς αξιωματούχους για την παροχή «διευκολύνσεων». Είναι τυχαίο που την εποχή της «ελευθερίας των αγορών» η διαπλοκή και η διαφθορά έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις;

   
Κινδυνεύει το πολιτικό μας σύστημα απ’ την διαπλοκή, φωνάζουν εδώ και χρόνια τα κόμματα εξουσίας μαζί με τα παπαγαλάκια τους δείχνοντας το ένα το άλλο ως υποχείριο των «διαπλεκομένων». Εκστρατείες εξαγγέλλονται, καταγγελίες εκστομίζονται, δριμύτατα κατηγορώ εκφωνούνται, σαν ένα κακόγουστο αστυνομικό σήριαλ που τα ‘χει όλα, καταχθόνιες δυνάμεις, σκοτεινό παρασκήνιο, πολλαπλούς υπόπτους, επίδοξους εισαγγελείς και δικαστές, κι ότι άλλο ποθεί το φιλοθεάμον κοινό.

Παρόλα αυτά το σενάριο δεν πείθει. Κι αυτό γιατί το πολιτικό μας σύστημα βασίζεται, συντηρείται κι αναπαράγεται απ’ την «διαπλοκή», ήδη απ’ την εποχή που αυτό πρωτο-δημιουργήθηκε. Μόνο που αυτή η «διαπλοκή» δεν περιοριζόταν ποτέ σε κάποιους μεγαλο-εργολάβους του δημοσίου, αλλά αφορούσε την σύμφυση της κυρίαρχης πολιτικής με τα πιο ισχυρά οικονομικά συμφέροντα της εποχής, εντός κι εκτός Ελλάδας. Οι εκάστοτε πρωταγωνιστές άλλαζαν μόνο. Δεν υπάρχει ούτε ένα «εθνικό ιδεώδες» των κυβερνητών αυτού του τόπου απ’ την εποχή της δημιουργίας του νεοελληνικού κράτους, που να μην εκπορευόταν απ’ τα οικονομικά συμφέροντα και τις τρέχουσες επιδιώξεις της ντόπιας και ξένης ολιγαρχίας κάθε εποχής. Κι όποτε αυτή η σύμφυση πολιτικής και οικονομικής εξουσίας απειλήθηκε απ’ τους υπεξούσιους αυτού του τόπου, τότε η χώρα γνώρισε λαμπρές περιόδους ανοικτής τρομοκρατίας, πολιτικής βαρβαρότητας και μοναρχοφασιστικής καταπίεσης.

Η σύμφυση αυτή ποτέ δεν υπήρξε αρμονική και ήπια, καθότι η κάθε πλευρά, αλλά και οι διαφορετικές ομάδες κάθε πλευράς διεκδικούσαν «μεγαλύτερο μερίδιο» στην πίτα, αλλά και καλύτερο «πλασάρισμα» στις εκάστοτε εξορμήσεις του διεθνούς μονοπωλιακού κεφαλαίου. Αυτό συμβαίνει και σήμερα. Οι μεν πολιτικοί του δικομματισμού αγωνίζονται για το μονοπώλιο επίδρασης και χειραγώγησης των μαζών – που τους αμφισβητούν έμπρακτα τα ιδιωτικά μονοπώλια ενημέρωσης – ενώ οι διάφορες μερίδες της οικονομικής ολιγαρχίας έχουν επιδοθεί σ’ έναν ανελέητο αγώνα δρόμου για τις πιο επικερδείς συμπράξεις και συμμαχίες με τα κυρίαρχα διεθνή μονοπωλιακά κυκλώματα, ώστε ν’ διεκδικήσουν καλύτερο μερίδιο απ’ την λεηλασία της χώρας, της ευρύτερης περιοχής κι όχι μόνο. Περί μονοπωλιακού ελέγχου της πολιτικής και της οικονομίας ο καυγάς κι όχι απλά για κάποιους σκοτεινούς εργολάβους που μολύνουν τα αγνά κι άδολα ΜΜΕ ώστε να πάρουν κρατικές προμήθειες.
  
Οι ιστορικές ρίζες της πολιτικής διαφθοράς

Η εξαγορά κρατικής εύνοιας αποτελεί έναν απ’ τους πιο παραδοσιακούς τρόπους «σύμφυσης» των οικονομικά ισχυρών με το κράτος. Το άθλημα της «μίζας» ασκείται ουσιαστικά απ’ την εποχή που το κράτος έκανε την ιστορική του εμφάνιση σαν οργανωμένη βία πάνω στην κοινωνία. Η εξαγορά προνομίων υπό κρατική προστασία ήταν ανέκαθεν ένας απ’ τους βασικούς τρόπους, που το κράτος εκδήλωνε τη φυσική του κλίση να ταυτίζεται πάντα όχι με τα «συλλογικά συμφέροντα» της κοινωνίας, αλλά  με τα ιδιωτικά συμφέροντα των εκάστοτε οικονομικά ισχυρών.

Όσο οι εύπορες τάξεις χρειάζονταν το κρατικό χρυσόβουλο για να τους εγγυάται τα φεουδαρχικά ή εμπορικά τους προνόμια, το «λάδωμα», η «μίζα», η εξαγορά αξιωματούχων κι αξιωμάτων ήταν μια απολύτως λογική και κοινώς αποδεκτή πρακτική. Στην εποχή των ισχυρών μοναρχιών η χρηματική εξαγορά κρατικών οφίτσιων, εμπορικών μονοπωλίων και δικαιωμάτων είσπραξης κρατικών εσόδων, όπως φόρων και τελωνειακών δασμών, ήταν μια νομότυπη και εξαιρετικά διαδεδομένη πρακτική ανάμεσα στους οικονομικά ισχυρούς της εποχής.

Όταν, όμως, οι δυνάμεις της αγοράς επικράτησαν, ήταν ο «φυσικός νόμος του ανταγωνισμού» κι όχι η κρατική εύνοια, που ανέλαβε να διασφαλίσει τη συνεχή αύξηση των μεγάλων περιουσιών. Η συσσώρευση πλούτου σε λίγους δεν εξαρτιόταν πλέον απ’ την εξαγορά τίτλων ευγενείας και προνομίων, αλλά απ’ το «αόρατο χέρι» της ίδιας της αγοράς. Όσο περισσότερο η νέα αριστοκρατία του χρήματος, του εμπορίου και της βιομηχανίας, συνειδητοποιούσε αυτό το απλό γεγονός, τόσο περισσότερο διαδήλωνε τον «αντικρατισμό» της και την πίστη της στον «ελεύθερο ανταγωνισμό». Οι κληρονόμοι των τεράστιων περιουσιών, που δημιουργήθηκαν αρχικά από την κρατικά καθαγιασμένη πειρατεία, τα κέρδη απ’ τα κρατικά μονοπώλια, την κρατικά προστατευόμενη τοκογλυφία, καθώς και την εξουθενωτική εκμετάλλευση των απόκληρων της υπαίθρου – πάντα υπό το αυστηρό βλέμμα και την σιδερένια πυγμή του κράτους-νυχτοφύλακα – εμφανίστηκαν κατόπιν ως υπέρμαχοι του «ελεύθερου εμπορίου» και της κατάργησης όλων των κρατικών προνομίων και μονοπωλίων.

Το κράτος τώρα πιά έπρεπε να τροποποιήσει τον ιστορικό του ρόλο. Δεν μπορούσε πιά να παραμένει έρμαιο ιδιωτικών συμφερόντων στην προσπάθειά τους να αντλήσουν εύνοια και προνόμια.. Έπρεπε πλέον να παίξει το ρόλο του «αδέκαστου κριτή», πάνω απ’ τους ανελέητους ανταγωνισμούς των μεγιστάνων της αγοράς, μόνο και μόνο για να περιφρουρήσει καλύτερα τη «χήνα με τα χρυσά αυγά», δηλαδή την ίδια την αγορά. Να την περιφρουρήσει και να την διαφυλάξει, όσο αυτό είναι δυνατό, απ’ τις αναγκαίες συνέπειες του ίδιου του «ελεύθερου ανταγωνισμού». Γι’ αυτό άλλωστε σ’ ολόκληρη την ιστορία της κεφαλαιοκρατίας, παρατηρούμε πάντα τις δυνάμεις του κεφαλαίου να γκρινιάζουν απειλητικά ενάντια στο κράτος, όποτε αυτό περιορίζει την ελευθερία τους στην αγορά, την ίδια ώρα που απαιτούν απ’ το κράτος ν’ αποτρέψει τα αναπόφευκτα αποτελέσματα αυτής της ελευθερίας.

Το κράτος δεν χρειαζόταν πλέον να ‘ναι ο επί πληρωμή προστάτης και χορηγός των μεγάλων περιουσιών, αλλά ο διαχειριστής των συλλογικών υποθέσεων κι αναγκών των κυρίαρχων δυνάμεων της αγοράς. Κι όπως όλοι οι καλοί διαχειριστές, έπρεπε κι αυτό να έχει την «έξωθεν καλή μαρτυρία» του αδέκαστου και του υπεράνω όλων. Στη θέση, λοιπόν, της μεροληπτικής απόλυτης μοναρχίας, που ζούσε απ’ την εκποίηση οφίτσιων και κρατικών δικαιωμάτων, μπήκε η υποτίθεται αμερόληπτη αντιπροσωπευτική κυβέρνηση, επικεφαλής ενός τυπικά αυτοτελούς διοικητικού μηχανισμού, ως εγγυητής της τυπικής ισονομίας και ισοπολιτείας όλων. Κι έτσι η «μίζα» τέθηκε εκτός νόμου, η εξαγορά κρατικής εύνοιας καταγγέλθηκε και το «λάδωμα» κρατικών λειτουργών θεωρήθηκε ως ανοσιούργημα.    

Βέβαια, παρόλα αυτά, ποτέ δεν έλειψε η επιδίωξη των ισχυρών της αγοράς ν’ αποκτήσουν «συγκριτικά πλεονεκτήματα» έναντι των ανταγωνιστών τους, μέσα από την υπόγεια εξαγορά κρατικής «εύνοιας» ή προνομιακής μεταχείρισης σε δημόσια έργα και προμήθειες. Οπως δεν έλειψε ποτέ και η προσπάθεια των εκάστοτε κυβερνητικών κομμάτων να εξαργυρώσουν την πολιτική τους εμβέλεια και τις προσβάσεις τους στο κράτος. Τα σκάνδαλα «δωροληψίας» δεν έλειψαν ποτέ από την πολιτική ζωή των «πολιτισμένων χωρών», μιας και πάντα συνηγορούσε σ’ αυτές τις πρακτικές η φυσική ταύτιση του κράτους με τα συμφέροντα των ισχυρών. Μόνο που για πολλά χρόνια η φενάκη της ισοπολιτείας και ισονομίας ήταν αρκετή για να εμφανίζονται όλα αυτά ως «προϊόντα κακόβουλης πρακτικής» ή ως «μεμονωμένα περιστατικά».   

Σήμερα, όμως, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου, η εκρηκτική άνοδος του «ελεύθερου ανταγωνισμού», δεν είναι αποτέλεσμα της υποχώρησης των κρατικών μονοπωλίων, αλλά της ανόδου των ιδιωτικών μονοπωλίων ως καθοριστικής δύναμης στην παγκόσμια αγορά. Η παγκόσμια κλίμακα συσσώρευσης κι ο μονοπωλιακός ρόλος των πολυεθνικών εταιρειών, μετατρέπει τον ξέφρενο ανταγωνισμό σε αληθινή «καταστροφική καταιγίδα» – όπως συνηθίζει να λέει κι ο μεγαλοχρηματιστής Τζώρτζ Σόρος – που σαρώνει εθνικές οικονομίες, αγορές και διεθνείς ρυθμίσεις. Σ’ αυτές τις συνθήκες, το κράτος έχει όλο και λιγότερες δυνατότητες ελέγχου και ρύθμισης των συνεπειών, αλλά κι αντιμετώπισης ακόμη και των πιο ακραίων εκδηλώσεων του «ελεύθερου ανταγωνισμού».

Τα σύγχρονα κράτη καλούνται πλέον, όχι να ρυθμίζουν την αγορά για ν’ αναχαιτίσουν τις πιο ακραίες συνέπειες του ανταγωνισμού, αλλά να διατηρούν «διαθέσιμες» κι άμεσα «προσβάσιμες» όλες τις αγορές στην διακριτική ευχέρεια ενός πολυεθνικού κεφαλαίου που βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση. Έτσι, ακόμη και για τα πιο ισχυρά κράτη γίνεται όλο και πιο δύσκολο να κρατούν τη πρέπουσα απόσταση, την τυπική αμεροληψία και το αδέκαστο που αρμόζει στο ρόλο τους ως διαχειριστές των «συλλογικών υποθέσεων» των βαρόνων της αγοράς. Αντίθετα, μετατρέπονται και τα ίδια σε έρμαια, σ’ αντικείμενα κι απ’ τα προνομιακά πεδία ανελέητου ανταγωνισμού των επιχειρηματικών γιγάντων της παγκόσμιας αγοράς.

Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία παρατηρείται σήμερα μια τέτοια έξαρση κρατικής διαφθοράς σε παγκόσμιο επίπεδο. Μια τέτοια έξαρση άμεσης διαπλοκής κράτους και οικονομικής αριστοκρατίας, που δημοσιογραφικά αποδίδεται ως «διαπλεκόμενα συμφέροντα». Η σημερινή έκρηξη κρατικής διαφθοράς δεν έχει σαν αφετηρία της την έκταση ή το μέγεθος του κράτους, αλλά την έκταση και το μέγεθος των κυρίαρχων δυνάμεων της αγοράς, με την μορφή του μονοπωλιακού πολυεθνικού κεφαλαίου.

Σήμερα, μόνο τα ετήσια ρευστά διαθέσιμα των τριών ισχυρότερων αυτοκινητο-βιομηχανιών αντιστοιχούν σχεδόν με το διπλάσιο του ΑΕΠ της Ελλάδας. Η πρόσφατη συγχώνευση της Time Warner με την AOL για τον έλεγχο του internet, δημιούργησε μια επιχείρηση με οικονομική επιφάνεια όσο το 60% του ΑΕΠ της Ισπανίας. Οι 25 πολυεθνικές αμερικάνικης καταγωγής με την μεγαλύτερη κεφαλαιοποίηση το 1999, αντιστοιχούν στο 40% του ΑΕΠ των ΗΠΑ. Στις 100 μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη, οι 51 είναι επιχειρήσεις και 49 είναι κράτη, όταν πριν δυό δεκαετίες μόλις 20 ήταν επιχειρήσεις. Οι 100 μεγαλύτερες πολυεθνικές διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία άνω των 4,2 τρισ. δολ., όσο το συνολικό ΑΕΠ των 140 λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών του πλανήτη.

Απ’ την εποχή της Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών, έχει να γνωρίσει ο κόσμος τέτοια μεγέθη εταιρειών. Μόνο που η Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών ήταν δημιούργημα του μοναρχικού κράτους της Μεγ. Βρετανίας και την διατηρούσε με τα εμπορικά προνόμια του στέμματος. Ενώ αντίθετα σήμερα τα πολυεθνικά μεγαθήρια είναι γέννημα-θρέμμα της αγοράς και του «ελεύθερου ανταγωνισμού». Το κράτος όλο και περισσότερο δεν είναι παρά ένα ακόμη «αξεσουάρ» της επιχειρηματικής στρατηγικής των πολυεθνικών μονοπωλίων. 

Έκρηξη διαφθοράς και διαπλοκής

Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο που τα απανωτά σκάνδαλα διαφθοράς πολιτικών και κρατικών αξιωματούχων αποτελούν σήμερα δεν είναι πλέον «προνόμιο» των εξαρτημένων χωρών, αλλά επίσης ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ενδημικά φαινόμενα της πολιτικής ζωής των «πολιτισμένων χωρών» της Δύσης. Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της Ελλάδας δεν είναι το μόνο που ξέρει να εκτρέφει φαινόμενα «διαπλοκής». Μάλιστα η πιο πρόσφατη περίπτωση του κ. Κόλ, όπου οι «αποκαλύψεις χρηματισμού» απ’ την πολυεθνική ELF και πολεμικές βιομηχανίες, συνοδεύτηκαν κι από μια εξαιρετικά βολική «αυτοκτονία» του ταμεία των Χριστιανοδημοκρατών, αφήνει μια έντονη αίσθηση αναβίωσης της ίδιας της μαφίας και των πρακτικών της στην κορυφή της κυρίαρχης πολιτικής και του κράτους.

Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στην Γαλλία, αν θυμηθούμε το προ διετίας σκάνδαλο χρηματοδότησης των Σοσιαλιστών, που οδήγησε τον ταμία του κόμματος, Εμμανουελί, ως «εξιλαστήριο θύμα» στη φυλακή για 18 μήνες. Οι παραιτήσεις υπουργών ή κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών είναι ένα άθλημα που ασκείται συχνά και στις κυβερνήσεις της Βρετανίας, ώστε να διασωθεί το εκάστοτε κυβερνών κόμμα από τα πολιτικο-οικονομικά σκάνδαλα, που ξεσπούν με καταπληκτική περιοδικότητα. Ανάλογα φαινόμενα είχαμε στο Βέλγιο, όπου μια σειρά κυβερνητικοί αξιωματούχοι βρέθηκαν στο «μισθολόγιο» της Ντασσώ κι άλλων πολυεθνικών. Είναι επίσης γνωστή η έκρηξη σκανδάλων στην Ιταλία, που σάρωσε τόσο τους Σοσιαλιστές, όσο και τους πάλαι ποτέ πανίσχυρους Χριστιανοδημοκράτες και οδήγησε στην άνοδο του «κράτους των δικαστών», χωρίς βέβαια ν’ αλλάξει ουσιαστικά τίποτε. Άλλωστε, δεν πέρασε πολύ καιρός απ’ την κατάρρευση της ίδιας της παντοδύναμης Κομμισιόν, μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα που προκάλεσαν οι αποκαλύψεις σκανδάλων «παροχής διευκολύνσεων» προς ισχυρά οικονομικά κυκλώματα.

Ωστόσο, τα πολιτικο-οικονομικά σκάνδαλα δεν αποτελούν προνόμιο της Δυτ. Ευρώπης. Στο Ισραήλ ο νέος πρωθυπουργός Μπάρακ, όπως κι ο προκάτοχός του Νετανιάχου, αλλά κι ο πρόεδρος του Εργατικού Κόμματος Βάισμαν, ερευνώνται για την εμπλοκή τους σε πολλαπλές περιπτώσεις πολιτικο-οικονομικών σκανδάλων. Στην Ιαπωνία η στενή διαπλοκή κρατικών αξιωματούχων και κορυφαίων πολιτικών όχι μόνο με τα ισχυρότερα μονοπωλιακά συγκροτήματα (κεϊρέτσου), αλλά και με την ίδια την μαφία (γιάκουζα) αποτελεί ένα διαρκές σκάνδαλο. Για να μην αναφερθούμε στις ΗΠΑ, όπου σκάνδαλο αποτελεί από μόνο του ολόκληρο το σύστημα νομότυπου λομπισμού, που αποτελεί τον επίσημο «ομφάλιο λώρο» που συνδέει δικομματισμό, κυβερνήσεις, κυβερνήτες, γερουσιαστές και κρατικούς αξιωματούχους με ισχυρούς οικονομικούς κύκλους.      

Η κατάσταση αυτή έχει πάρει τέτοιες εκρηκτικές διαστάσεις που ορισμένοι καθεστωτικοί αναλυτές προσπαθούν να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις με χαριτωμένα σχόλια σχετικά με την δήθεν «ανοχή», την «αδιαφορία» ή την «εξοικείωση» του κοινού με την διαφθορά της πολιτικής, η οποία υποτίθεται ότι «παραμένει εν πολλοίς μια μορφή παραπτώματος που είναι αποδεκτή απ’ την ελίτ και ανεκτή απ’ τον πληθυσμό»[1]. Στην πραγματικότητα, αυτό που χαρακτηρίζεται ως «ανοχή», ή «αδιαφορία» δεν είναι κάποιο είδος «συνενοχής» του κοινού, όπως θέλουν να υπονοήσουν τα παραδόπιστα σχόλια του καθεστωτικού τύπου, αλλά συνειδητοποίηση του μεγέθους και του βάθους της υπάρχουσας διαφθοράς. Δεν είναι παρά το δέος και η αμηχανία που εμπνέει αυτός ο κυκεώνας σκανδάλων, όπου οι όποιες δικαστικές διώξεις ή αποκαλύψεις δεν είναι παρά ψήγματα απ’ την κορυφή ενός τρομακτικού παγόβουνου. Δηλαδή, μιας ασφυκτικής διαπλοκής της επίσημης πολιτικής με τους οικονομικά ισχυρούς, για την οποία η «κοινή γνώμη» γνωρίζει πλέον πως δεν ευθύνονται οι παραπτωματικές έξεις κάποιων προσώπων, αλλά η όλο και μεγαλύτερη μονοπωλιακή συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής εξουσίας.

Η απάντηση δεν βρίσκεται στο «λιγότερο κράτος», ούτε σχέδια επί χάρτου για «αξιοκρατία» και τα συναφή. Η απάντηση είναι μόνο μία: περισσότερη δημοκρατία, αληθινή δημοκρατία, όπου ο ίδιος ο λαός μέσα από τις δικές του συλλογικότητες και οργανώσεις να ασκεί την εξουσία αυτοπροσώπως ή δια αντιπροσώπου υπό καθεστώς απόλυτης διαφάνειας όλων των δημόσιων υποθέσεων, ανακλητότητας, υποχρεωτικής λογοδοσίας όλων των υπηρεσιακών παραγόντων, άμεσης εκλογής ή και κλήρωσης σε όλα τα αξιώματα της πολιτικής και δικαστικής αρχής, δραστικού περιορισμού της θητείας και εξασφάλισης όλων των απαραίτητων εργασιακών συνθηκών και όρων στην πλειοψηφία του λαού για την αποφασιστική συμμετοχή του στα κοινά σ’ όλα τα επίπεδα.



[1]Wall Street Journal Europe, February 9, ’00

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου