Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Εκεί στην Αμφιάλη…



του Βασίλη Κουνέλη
 από το «tvxs.gr»


Σκοτώσανε τον Παύλο, το παιδί απ’ το Κερατσίνι, τον μουσικό.

Το μπερδεύω το Κερατσίνι με το Πέραμα. Και η Αμφιάλη πού πέφτει μπερδεύομαι και το συνδικάτο μετάλλου που ανήκε ο πατέρας του Παύλου μου ακούγεται παράξενο και λιγάκι εξωτικό. Δεν είναι γνωστή μάρκα, δεν βολτάρει Κολωνάκι, Εξάρχεια.... Άγνωστος κόσμος. Εκεί στο φουγάρο της ΔΕΗ ξέρω μια ψαροταβέρνα μοναχά. Πήγαμε μια φορά φοιτητές. Ήτανε Πρωτομαγιά και πήγαμε κάπου που να μοιάζει εργατικά.

Και τις δουλειές αυτές του λιμανιού δεν τις γνωρίζω. Όταν άκουγα αραιά και που ειδήσεις ανάμεσα στις ωραίες μουσικές του 902 πριν τον πουλήσουνε δηλαδή, για κανένα ατύχημα άκουγα για αυτές τις δουλειές, στράτζα, αμμοβολή κι άλλες.

Παίζαμε λαϊκά τραγούδια κάποτε παλιά, επί Αντρέα, τόσο παλιά δηλαδή, μ’ ένα παιδί, Χρήστο τον λέγανε, μπουζουκτσής αυτός, τετράχορδος. Δεν ξέρω πως συναντηθήκαμε ένα Σάββατο....
κάπου σ’ ένα ρεμπετάδικο. Γρήγορος παίχτης κι έμενε από κει, στο Πέραμα νομίζω. Η κύρια δουλειά του πάντως στο Πέραμα ήτανε, οξυγονοκολλητής. Τον πήρα ένα βράδυ, καθημερινή στις 11 η ώρα τηλέφωνο. Το σήκωσε ο πατέρας του ανήσυχος.

«Ξέρετε, κύριε, τι ώρα είναι και τι ώρα σηκωνόμαστε με το γιο μου για δουλειά», μου είπε. «Στις 3 η ώρα σηκώνεται ο Χρήστος!» Ντράπηκα. Είπα συγγνώμη κι έκλεισα. Δεν ξαναμιλήσαμε. Δεν συναντηθήκαμε ξανά. Τα ωράρια δεν συμπίπτανε και στο μπουζούκι είχε κάτι το παίξιμο του.

«Ράπαρε» λίγο ο Χρήστος, πολυβόλο, κι όχι καθαρά, αγχωμένα, σα να κάρφωνε τσίγκους έμοιαζε το παίξιμο του, τώρα που το σκέφτομαι.

Το παιδί που σκοτώσανε έμενε από κει λοιπόν. Ήτανε είπανε ο γιος του μαστρο Τάκη που κουβάλαγε τις λαμαρίνες. Και το παιδί με τον πατέρα του δούλευε λέει παλιά.

Ένας μπράβος φασίστας και ναζί τον σκότωσε.

Άκου ρε, έχει ναζί το 2013!

Γέμισε και το Χαλάνδρι καφέ και μπαρ και γέμισε και «μπράβους». Κοντομάνικα, εξατμίσεις και παρελαύνουνε καράφλες όλο αγκαλιές κι αγαπούλες.

Ρε, τι χαρά μπορεί κάνεις δηλαδή άμα βλέπεις κάθε μέρα έναν άλλον ντουλαπιάρη; Τόση αγάπη και να τον φιλάς κι όλας! Κοίταγα έναν προχτές.

Πάρκαρε μπροστά στον πεζόδρομο, μες τη μέση σα το ζώο. Κατέβηκε, είχε τις τσάντες από το γυμναστήριο ακουμπισμένες πάνω στη μηχανή. Περπατούσε σαν να ‘τανε ο Τζάκι Τσάν. Πενηντάρης, με ισιωμένο πρόσωπο λες απ’ τα μπουνίδια. Κάθισε μπροστά μου στα δυο μέτρα. Σκατόφατσα, λες κι είχε καταπιεί την αγρίλα. Κοιτούσε. Γιατί, ρε μεγάλε με κοιτάς έτσι, με ξέρεις; Εγώ τον κοιτούσα πάντως γιατί σαν κάτι να μου θύμιζε. Άμα μου φαίνεσαι γνωστός εμένα είναι ύποπτο συνήθως, μετά από είκοσι χρόνια στα ποινικά. Είναι και τα τατουάζ. Έβγαινε μια ουρά κάτω απ’ το μανίκι του. Τώρα φιδιού ήτανε η ουρά, σκορπιού ήτανε, θα σας γελάσω. Άμα θες να κάνεις έγκλημα και να σε πιάσουνε κάνε τατουάζ! Θα σε βρούνε σίγουρα.

Χτες που βγάλανε κάτι φωτογραφίες στη φόρα από τα τάγματα λέει εφόδου, έτσι που στέκονται όλα τα καθάρματα στη σειρά μου φαίνεται πως τον αναγνώρισα σε μια. Ήταν εκείνη η μύτη, η σανιδωμένη κι εκείνο το τατουάζ, φίδι τελικά ήτανε, που βγήκε απ’ τ’ αυγό και πήρε φαίνεται τους δρόμους. Τώρα μπορεί και να μπερδευτείς μ’ αυτά. Έσκασε μύτη το καλοκαίρι στο Λεβίδι μια ντουλάπα δυο μέτρα. Μαύρα ρούχα. Κοκαλώσανε όσοι τον είδαν να βγαίνει απ’ το αμάξι. Ήρθε σου λέει η Χρυσή Αυγή στο χωριό. Γυρίζει που λες την άλλη μεριά κι είχε ο τύπος σφυροδρέπανο τατουάζ στο λαιμό! Γενικά το στυλ ναζί παίζει. Ήτανε ολούθε το καλοκαίρι μόδα. Και οι ξένοι πιο πολλοί, κάτι βόρειοι, κάτι άλλοι Ρώσοι αυτοί. Κορμί ντουλάπα, ξυρισμένο κεφάλι, μαύρα ρούχα και αγριάδα.

Όσο πιο αδύναμες οι κοινωνίες κι ανασφαλείς, τόσο το παλεύουνε οι μαύροι οι άνθρωποι να ισχυροποιηθούνε ατομικά. Σου λέει άμα ζορίσουνε τα πράγματα να επιβιώσω εγώ. Να καθαρίσω όποιον προλάβω εγώ. Να πατήσω πάνω στους αδύναμους να μπω στη κιβωτό του Νώε πρώτος εγώ! Εκεί τους τσακώνουνε οι παρανοϊκοί. Κάτι αρρωστημένοι, κάτι ανδρείκελα και κάνουνε το εγώ του καθενός «εμείς». Είχε λέει μαγαζί με έπιπλα στην Καρδίτσα, δεν ξέρω που ο άλλος και μπήκε στη Βουλή να κυβερνήσει τον τόπο και μας κάνει μαθήματα μνήμης τώρα το φασισταριό με το δάκτυλο σηκωμένο πως τάχατες περνάγαμε καλά στη χούντα! Κι όλο εκείνο το «όταν εμείς θα ‘ρθουμε στα πράγματα, και ξανά μανά όταν θα ‘ρθουμε στα πράγματα»… Θα μας ισιώσει ο επιπλοποιός, λες κι είμαστε σανίδια, όταν θα ‘ρθει στα πράγματα!

Για το παιδί το σκοτωμένο τώρα του στήσανε λέει ενέδρα, πολλοί, μια αγέλη λύκοι, αλλά ο δολοφόνος ήταν λέει ο ένας.

Έ όχι κι ένας τώρα. Μόνος σου μπορεί και να σκοτώσεις άνθρωπο, αλλά δεν ξεσηκώνεται και το Ντιπάρτμεντ να βγάλει ανακοίνωση.

Ήταν πολλοί οι «δολοφόνοι» σου λέω. Από που ν’ αρχίσεις και που να τελειώσεις. Και μπροστά κι από πίσω και σε κάτι κουτιά της τηλεόρασης μέσα…

Όταν «σκοτώσανε» τον Κουσουρή γιατί κι αυτό το παιδί το σκοτώσανε στην αρχή, αλλά το ‘σωσε ο πατέρας του στο παρά ένα και γι’ αυτό τώρα ζει ήτανε η μόνη μέρα που δεν ήμουνα εκεί στο καφενείο, στο σημείο που τον χτυπήσανε δεν θυμάμαι τώρα πως στο διάλο το λένε απέναντι από την Ευελπίδων... Ήτανε κάτι πολιτικές δίκες –συλληφθέντες από το Πολυτεχνείο του ‘95 ή κάτι τέτοιο τελοσπάντων και κάθε μεσημέρι πίναμε μπύρες μετά κάμποσοι δικηγόροι εκεί, εξόν τη συγκεκριμένη μέρα. Κάνανε το μακελειό κι είπαμε τότε όλοι τελειώσανε τα καθάρματα, θ’ απαγορευτούνε. Έλα όμως που τίποτα. Δεν τα ξέρανε τώρα; Τι να λέμε… Ο κύριος τάδε κι ο κύριος τάδε. Κεριά ρε! Ποιος κύριος; Έλεγε η άλλη τις προάλλες στον Σκάι: «Οι Έλληνες εθνικιστές κι οι Έλληνες εθνικιστές…». Αυτός με τα χέρια βαμμένα στο αίμα είναι ο κύριος; Αυτοί που μπουκάρουνε στα σπίτια των αλλοδαπών με τις ματσέτες σαν τους Χούτου ή σκοτώνουνε στο δρόμο τυχαία όποιον βρούνε;

Αλλά τους είχαν και τους έχουν στο χέρι. Περίμενα αλλά δεν ήξερα την ώρα που θα τραβήξουν την κουρτίνα να τους εξαφανίσουν. Όταν δεν θα ‘ναι πια «χρήσιμοι» ή θα παρατραβήξουν το σχοινί. Γιατί τι θα πούνε; Το έγκλημα αφήνει ίχνη και στα ίχνη αυτά είναι όλα ∙ πρόσωπα, χέρια, τηλέφωνα, λεφτά, σπίτια, όπλα, καδρόνια, στιλέτα κι ότι άλλο σκατό βάζουνε μπροστά και πίσω για να κάνουνε τη βρωμοδουλειά τους. Ο άλλος λέει εμπορεύεται μπαστούνια του μπέιζμπολ. Αφού δεν παίζουμε μπέιζμπολ στην Ελλάδα που τα πουλάς ρε μεγάλε;

Και όταν κοπανάς και ξανακοπανάς θα πεθάνει και κάποιος δεν το ξέρεις; Κι όταν γυρνάς με τα μαχαίρια και μαχαιρώνεις τι περιμένεις ηλίθιε; Όταν βγεις με τα κουμπούρια στους δρόμους τι θα γίνει κάποια στιγμή, ρε κάθαρμα; Είχανε λέει «καλύψεις». Σίγουρα. Θα τους χρειαστούνε τώρα στο κελί το 13. Και θα βγούνε πολλά. Γιατί οι τρομοκράτες που κρυβόντουσαν καμιά τριανταριά χρόνια ήτανε καμιά δεκαριά κι όχι περιφερόμενος λόχος ... Τώρα δεν ήτανε κι όλοι αυτοί χιλιάδες. Για τον πυρήνα λέω, άσε τους καραγκιόζηδες ένα γύρω. Καμιά τετρακοσαριά πάνω κάτω τους υπολογίζω.

Μπορεί και να λαθεύω. Αλλά άμα ξεκίναγε ο άλλος από τη Νίκαια να πάει στην Ξάνθη τι περιμένεις; Ταξιδιωτικό γραφείο ήτανε οι τύποι. Κι οργανώνανε ταξίδια στο θάνατο! Τώρα που έχει αντιφασιστικές διαδηλώσεις μεγάλες παντού να δεις δεν θα προλαβαίνουνε.

Ο άλλος μπορεί να ήτανε ψυχοπαθητικός και σαδιστής και σχιζοφρενής και φονιάς και να εύρισκε νομιμοποίηση εκεί μέσα! Έτρεχε κι ο κόσμος μέσα στην κουταμάρα του από πίσω. Έκλεινε θέση ο κάθε βλάκας να σώσει τον τόπο με τεχνικές Νεάτερνταλ και καμαρώνανε καμπόσοι προκλητικοί στα καφενεία αναμασώντας ιδεολογικές κουταμάρες του ’30, που ματοκυλίσανε και τον τόπο μας και την οικουμένη…

Αλλά ο νεκρός είναι νεκρός κι ο θάνατος θάνατος.
Υπήρξε όμως λέω ένας χρήσιμος θάνατος;
Υπάρχουν χρήσιμοι θάνατοι;
Ναι, όταν ο θάνατος λευκαίνει τη μαυρίλα μιας κοινωνίας!

Κι εδώ τη λεύκανε!

Άκουγα τον άλλον, τον μόδιστρο μόλις τον αμολήσανε στης «μεσημεριανής». Λες και δεν μυρίζει κι αυτηνής αρκετό αίμα το «σπίτι της» από την κοπέλα που σκότωσε ο Ματέϊ, τι να λέμε τώρα; Μα τόση έλλειψη μνήμης! Είχε λέει, είπε αυτός ο μόδιστρος έναν συγκάτοικο στον Κορυδαλλό πολύ καλό παιδί που ήτανε Χρυσή Αυγή, κι έναν άλλο κύριο γείτονα, τον κύριο Άκη. Εγώ δεν ξέρω είπε ο μόδιστρος αν έκανε και τι έκανε ο κύριος Άκης αλλά ήτανε πολύ κύριος… Κεριά… στο μαρμαράκι του νεκροταφείου ή λάμπα μαυρίσματος για να το πω στη γλώσσα σου είναι ο κόσμος, ρε μεγάλε, να του αλλάζουμε το χρώμα όποτε και καταπώς μας βολεύει;

Σ’ αυτή την κοινωνία ζούσε ο Παύλος ή σε άλλη; Θα σας γελάσω γιατί αυτός ήτανε αλλιώς, όλοι το λένε, όσοι τον ξέρανε.

Αλλά εγώ ξέρω ότι σε μας μιλούσε. Εδώ, για μας έπαιζε τα τραγούδια, έγραφε τους στίχους του και για μας έβαλε τείχος προστασίας το δυνατό κορμί του.

Αρχίνισε ο Παύλος κι έγραψε μια σελίδα. Με πένα το στιλέτο του καθικιού και μελάνι το αίμα του…

Μια σελίδα ελευθερίας. Και μετά σα να πήρανε φωτιά τα φύλλα έγινε η σελίδα του τετράδιο. Σοκαρίστηκε ο κόσμος, ο χοντρόπετσος. Σειστήκανε και όσοι δεξιοί κρυφογελάγανε ίσαμε τα τώρα και κάποιοι μάλιστα βάζανε και τα νούμερα κάτω και κάνανε αυτοδυναμία παρεούλα με τους ναζί.

Μαζευτήκανε και οι άλλοι με τις θεωρίες των «άκρων». Θα γράψουμε τώρα σελίδες όλοι. Τώρα τι έργο θα βγει στο τέλος απ’ τις σελίδες μας θα σας γελάσω;

Το έργο του Παύλου όμως έκλεισε. Έμεινε εκεί μεσοστρατίς, κορμί στην άσφαλτο μαχαιρωμένο, λείψανο ανόθευτο, αγιασμένο και ιερό. Και το πρόσωπο του θα γίνει σύμβολο κι αφίσα. Και θα μπει σε δωμάτια εφηβικά και φοιτητικά. Θα συντροφέψει έρωτες, κρεβάτια, χάδια και θα φουσκώσει κι άλλων ανθρώπων όνειρα κι ελπίδες. Θα οπλίσει δύναμη στον αδύναμο, οργή στον αδικημένο, θάρρος στον τρομαγμένο και θα δώσει κουράγιο στον κάθε Κεμάλ, πως αυτός ο κόσμος μπορεί και ν’ αλλάξει...

Κι οι ήχοι του, οι κοπανιστοί θα σουβλίζουν μεταλλικοί το μέλλον μας κι από δολοφόνος του παρελθόντος, που σήμαινε το nick name του θα γίνει ο Παύλος, ο μάρτυρας του μέλλοντος μας.

Τους τελείωσες Παύλο. Τους πάλεψες στα ίσια και τους τελείωσες. Έβγαλες το ψηλό κορμί σου κατάρτι ελευθερίας κι απηυδισμένος σαν δεν εύρισκες εμάς συνοδοιπόρους αποφασισμένους αρχίνισες το ταξίδι μοναχός σου.

Καλαφάτισε πολλές λαμαρίνες από καράβια ίσαμε τώρα το σινάφι σου. Μα καράβι δε ταξίδεψε και πήρες τη απόφαση επιτέλους να το κουμαντάρεις εσύ μοναχός. Και βγήκες στ’ αφρισμένα κύματα και τα κατάφερες.

Έκανες ότι δεν τολμήσαμε οι πολλοί. Πολιτικοί, κόμματα, νομικοί, δικαστές, εισαγγελείς, αστυνομίες, «αθώοι νοικοκυραίοι», δημοσιολογούντες εν γένει και λοιποί συγγενείς…

Μια κοινωνία ολάκερη, που σιωπούσε.

Και τους νίκησες…

Και για να το πω και στη γλώσσα των τραγουδιών σου και να με συγχωρέσεις αν λαθεύω ή δεν κατέχω την τεχνική σου κομμάτι παραπάνω: «Όχι μόνο δεν πέθανες, γιατί δεν έμαθες τι λέξη χάνω αλλά τους γάμησες τη μάνα κι από πάνω …»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου