Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Α.Χατζηστεφάνου: 11η Σεπτεμβρίου: Η μέρα που ΔΕΝ άλλαξε τον κόσμο


Στον απόηχο των αφιερωμάτων για τις επιθέσεις στη Ν. Υόρκη ορισμένοι από τους μεγαλύτερους αναλυτές του πλανήτη ξαναδιαβάζουν την ιστορία μιας τρομοκρατικής επίθεσης.
Πότε άλλαξε ο κόσμος, στις 10 του Σεπτέμβρη ή στις 12; Το ερώτημα που έθετε προ ημερών ο Ρίτσαρντ Φολκ, καθηγητής διεθνούς δικαίου στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον, φαντάζει εκ πρώτης όψεως άστοχο. Στην πραγματικότητα αμφισβητεί την βεβαιότητα που προσπάθησαν να επιβάλλουν τα μέσα ενημέρωσης κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων για τα δέκα χρόνια από τις επιθέσεις στους δίδυμους πύργους και το Πεντάγωνο.
Τηλεοράσεις, ραδιόφωνα και εφημερίδες καλούσαν τους ακροατές τους, τηλεθεατές και τους αναγνώστες τους να θυμηθούν που βρίσκονταν την ώρα των επιθέσεων. Η 11η Σεπτεμβρίου έπρεπε να καταγραφεί στο συλλογικό υποσυνείδητο ολόκληρου του πλανήτη ως η μέρα που η ζωή σταμάτησε και ξανακεξίνησε – σαν μια χωροχρονική ανωμαλία μετά το πέρασμα της οποίας τίποτα δεν ήταν ίδιο με το παρελθόν.
Ευτυχώς η επέτειος αποτέλεσε την αφορμή να κυκλοφορήσουν ορισμένες από τις πιο ενδιαφέρουσες αναλύσεις των τελευταίων χρόνων οι οποίες αμφισβητούν κυρίαρχες θέσεις σχετικά με την έννοια της εθνικής κυριαρχίας και της ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο κοινός παρανομαστής όμως των περισσότερων κειμένων ήταν ότι η 11η Σεπτεμβρίου προσφέρει μια αμερικανοκεντρική προσέγγιση της ιστορίας και πως τα γεγονότα εκείνης της ημέρας… δεν άλλαξαν τον κόσμο.
Ο Ρίτσαρντ Φολκ ήταν ένας από τους δεκάδες ακαδημαϊκούς, αναλυτές και δημοσιογράφους που τις τελευταίες ημέρες ήρθαν σε ρήξη με την κυρίαρχη προσέγγιση. «Αν σταθούμε στις 10 του Σεπτέμβρη» έγραφε ο γνωστός καθηγητής «εστιάζουμε την προσοχή μας στις ευθύνες μιας αυτοκρατορίας, που οδήγησαν στις επιθέσεις. Αν προσεγγίσουμε τα γεγονότα από τη 12η Σεπτεμβρίου δίνουμε μεγαλύτερη βαρύτητα στην απάντηση των ΗΠΑ και στην έναρξη του λεγόμενου πολέμου κατά της διεθνούς τρομοκρατίας». Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Ρίτσαρντ Φολκ και στο οποίο φάνηκε να συμφωνεί με πρόσφατο άρθρο του και ο Νόαμ Τσόμσκι είναι ότι η 12 Σεπτεμβρίου (ή έναρξη δηλαδή μια σταυροφορίας για τον έλεγχο των ενεργειακών αποθεμάτων της Μέσης Ανατολής) θα υπήρχε και χωρίς να είχαν προηγηθεί οι επιθέσεις της προηγούμενης ημέρας.
Ο γνωστός οικονομολόγος και αναλυτής Μαρκ Γουάισμπροτ θα προσθέσει ότι «αν άλλαξε κάτι η 11η Σεπτεμβρίου ήταν ότι έδωσε σε δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανούς το πρόσχημα και την νομιμοποίηση για την πραγματοποίηση επεκτατικών πολέμων, βομβαρδισμών και άλλων φρικαλεοτήτων, τις οποίες στο παρελθόν η κυβέρνηση των ΗΠΑ πραγματοποιούσε με διαφορετικές δικαιολογίες».
Το τέλος ή νέα αρχή της εθνικής κυριαρχίας;
Μια από τις πρώτες «βεβαιότητες» που επιχειρήθηκε να καταρριφθεί τις τελευταίες ημέρες ήταν ότι η 11η Σεπτεμβρίου αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα στάδια στην πορεία της παγκοσμιοποίησης και της εξαφάνισης της ίδιας της έννοιας της εθνικής κυριαρχίας. Σύμφωνα με την κυρίαρχη προσέγγιση μια διεθνής τρομοκρατική οργάνωση φέρεται να ξεκινά έναν πόλεμο σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη προκαλώντας μια εξίσου παγκόσμια απάντηση από την πλευρά των ΗΠΑ. Στη δεκαετία που ακολούθησε η Δύση, απαντώντας σε αυτή την πρόκληση, παραβίασε τα σύνορα πέντε κρατών βομβαρδίζοντας το Αφγανιστάν, το Ιράκ, το Πακιστάν, τη Σομαλία και την Υεμένη ενώ αμφισβήτησε την εθνική κυριαρχία δεκάδων άλλων διατάσσοντας παράνομες παρακολουθήσεις και απαγωγές υπόπτων.
Φυσικά για τους περισσότερους επικριτές των ΗΠΑ, η προσπάθεια κατάλυσης του έθνους κράτους δεν ξεκινά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 αλλά το Μάρτιο του 1999 με τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στη Σερβία. Ήταν η εποχή που οι επικεφαλής της βορειοατλαντικής συμμαχίας και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ άρχισαν να αμφισβητούν ανοιχτά το πνεύμα και το γράμμα των συμφωνιών της Βεστφαλίας που όρισαν το σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας ως ακρογωνιαίο λίθο του διεθνούς συστήματος.
Παρόλα αυτά αρκετοί αναλυτές όπως ο Ρίτσαρντ Φολκ θεωρούν ότι η δεκαετία που πέρασε από την 11η Σεπτεμβρίου όχι μόνο δεν επιβεβαίωσε τις θεωρίες για την παρακμή της εθνικής κυριαρχίας αλλά αντιθέτως τις ανέτρεψε. «Οι περισσότεροι από εμάς» έγραφε «συνεχίζουμε να ζούμε σε ένα κόσμο κυρίαρχων κρατών και δεν αποτελούμε κατοίκους κάποιας περιφερειακής ή παγκόσμιας κοινότητας». «Ακόμη και οι τρομοκράτες», θα συμπληρώσει ο Βρετανός δημοσιογράφος και ειδικός σε θέματα Τζέισον Μπρουκ «τις περισσότερες φορές έδρασαν τοπικά» παρά την κοινή αντίληψη ότι υπήρχε ένα διεθνές δίκτυο που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να στείλει τρομοκράτες σε κάθε γωνιά του πλανήτη. «Το τοπικό κυριαρχεί του παγκοσμίου» σημείωνε ο Μπρουκ εξηγώντας ότι οι τρομοκράτες που πραγματοποίησαν το 95% των μεγάλων επιθέσεων την τελευταία δεκαετία οδηγήθηκαν στις πράξεις τους αντιδρώντας στις συνθήκες ζωής στην τοπική τους κοινωνία. Στις περισσότερες περιπτώσεις μάλιστα δεν χρειάστηκε να μετακινηθούν παρά μερικές δεκάδες χιλιόμετρα από τα σπίτια τους για να πετύχουν τους στόχους τους.
Οι εκτιμήσεις αυτές συνηγορούν στο ότι ο πόλεμος κατά της διεθνούς τρομοκρατίας ήταν στη βάση του ο επεκτατικός πόλεμος μιας χώρας απέναντι σε άλλα κυρίαρχα κράτη. Οι ΗΠΑ υποστήριζαν ότι δίνουν μια μάχη απέναντι σε έναν παγκόσμιο εχθρό όταν στην πραγματικότητα χρησιμοποιούσαν ως πρόσχημα την τοπική τρομοκρατία για να επιβάλλουν τα εθνικά τους συμφέροντα απέναντι σε άλλες χώρες.
Το τέλος της αμερικανικής αυτοκρατορίας
Αν υπάρχει μια παρατήρηση στην οποία θα συμφωνήσουν όλοι ανεξαιρέτως οι αναλυτές, ανεξαρτήτως εθνικότητας και πολιτικής τοποθέτησης είναι ότι ο λεγόμενο δεκαετής πόλεμος εναντίον της διεθνούς τρομοκρατίας σηματοδοτεί την αρχή του τέλους της αμερικανικής παντοκρατορίας στο διεθνές στερέωμα – «ο 21ος αιώνας» λένε «δεν θα είναι αμερικανικός».
Και φυσικά κανένας δεν ένοιωσε μεγαλύτερη «ακαδημαϊκή» ικανοποίηση γι’α αυτή την παραδοχή από τον Βρετανό ιστορικό Πολ Κένεντι – τον άνθρωπο που μίλησε πρώτος για τον κίνδυνο της λεγόμενης «αυτοκρατορικής υπερεπέκτασης» των ΗΠΑ. Όταν τον γνώρισα, πριν από μερικά χρόνια, ζούσε ακόμη στη σκιά μιας παλαιότερης αποτυχίας του: Ήταν ο ακαδημαϊκός που μίλησε για την συρρίκνωση της αμερικανικής ισχύος λίγους μήνες πριν από την κατάρρευση… της ΕΣΣΔ. Για πολλούς η θεωρία του ότι η Ουάσινγκτον «υπερεπεκτύνει» τις γεωπολιτικές της βλέψεις, χωρίς να διαθέτει την παραγωγική ισχύ για να στηρίξει τις αυτοκρατορικές της κινήσεις, θεωρήθηκε ως μια από τις μεγαλύτερες «γκάφες» των τελευταίων δεκαετιών. Αμέσως μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, και κυρίως μετά το τέλος της προεδρίας του πατρός Μπους, οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούσαν ότι οι ΗΠΑ είναι η πρώτη δύναμη που ξεπέρασε, τηρουμένων των αναλογιών, την ισχύ της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ο πρόεδρος Κλίντον παρέδιδε μια πλεονασματική οικονομία η οποία αντιστοιχούσε στο 30% της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας. Η φαινομενική οικονομική ευμάρεια σε συνδυασμό με την γεωπολιτική ισχύ της Ουάσινγκτον σε πλούσιες ενεργειακά περιοχές του πλανήτη αλλά και η κυριαρχία του δολαρίου επέτρεπε στις ΗΠΑ να ξοδεύουν για στρατιωτικούς εξοπλισμούς όσα έδιναν αθροιστικά οι 20 επόμενες χώρες του πλανήτη.
Ο Πολ Κένεντι συνειδητοποιούσε βέβαια ότι «βιάστηκε» να παρουσιάσει τη θεωρία του περί αυτοκρατορικής υπερεπέκτασης. ‘Οταν του μιλούσες όμως, λίγα χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου καταλάβαινες ακόμη και από τον τόνο της φωνής του ότι σύντομα περίμενε τη δικαίωσή του. Και είχε απόλυτο δίκιο. Αρκετοί από τους κρυφούς ή φανερούς θιασώτες του Κένεντι υποστηρίζουν σήμερα ότι ο λεγόμενος πόλεμος κατά της διεθνούς τρομοκρατίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο όχι μόνο στην υπερχρέωση της αμερικανικής οικονομίας αλλά και στην χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-08. Ο Νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτζ, επανήλθε αυτή την εβδομάδα με νέα στοιχεία για το πραγματικό κόστος της αντιτρομοκρατικής σταυροφορίας, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ έχασαν από 3 έως 5 τρισεκατομμύρια δολάρια. Από την πλευρά του ο Τζιμ Λομπ, επικεφαλής του Inter Press Service και ένας από τους σημαντικότερους αναλυτές του κινήματος των νεοσυντηρητικών, υποστήριζε ότι «η Αλ Κάιντα κατάφερε να επιταχύνει τη διάβρωση της αμερικανικής ισχύος, εάν δεν την έφερε στα πρόθυρα της ολοκληρωτικής κατάρρευσης».
Σύμφωνα με τον Λομπ, ελάχιστα μέλη της «αμερικανικής ελίτ, που χαράζει την εξωτερική πολιτική, θα διαφωνήσουν ότι ο πρόεδρος Μπούς προκάλεσε αυτή την εξέλιξη με την υπέρμετρη αντίδρασή τους στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα». Η προσέγγιση αυτή φαίνεται να αναπαράγει τη θεωρία που είχε χρησιμοποιηθεί για να εξηγήσει και την κατάρρευση της πρώην ΕΣΣΔ: Μια υπερδύναμη εμπλέκεται σε επιχειρήσεις και στρατιωτικούς εξοπλισμούς (επέμβαση στο Αφγανιστάν, Πόλεμος των Άστρων κτλ) οι οποίες οδηγούν σε οικονομική και στη συνέχεια και γεωπολιτική αφαίμαξη δυνάμεων. Χωρίς να διαφωνούν αναγκαστικά με αυτή την παρατήρηση, άλλοι ακαδημαϊκοί και αναλυτές, όπως ο Βαλερεστάιν, εστιάζουν σε πιο δομικές αδυναμίες της αμερικανικής οικονομίας όπως η υποχώρηση της βιομηχανικής παραγωγής αλλά και η απώλεια της πρώτης θέσης στην τεχνολογική καινοτομία. Ο διευθυντής της Monde Diplomatique, Αλέν Γκρες, αναγνωρίζει ότι ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας ενδέχεται να έδρασε ως καταλύτης επιταχύνοντας ορισμένες εξελίξεις ενώ στέρησε από τις ΗΠΑ πολύτιμα κεφάλαια με τα οποία θα είχαν περισσότερες δυνατότητες να σταθούν απέναντι στην οικονομική κρίση. Εν τέλει όμως, καταλήγει ο ίδιος «δέκα χρόνια μετά τις επιθέσεις στους δίδυμους πύργους, η διεθνής σκηνή δεν καθορίστηκε από την 11η Σεπτεμβρίου αλλά από τη σχετική υποχώρηση της αμερικανικής ισχύος απέναντι σε χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία και η Ν. Αφρική». Στο ίδιο συμπέρασμα – αν και ξεκινά από εντελώς διαφορετική ιδεολογική αφετηρία – καταλήγει και ο Φράνσις Φουκουγιάμα. Σε 50 χρόνια, σημείωνε σε κείμενό του που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες, δεν είναι απόλυτα βέβαιο ότι θα θυμόμαστε τον Οσάμα μπιν Λάντεν – η άνοδος της Κίνας όμως θα αποτελεί ένα γεγονός το οποίο κανείς δεν θα μπορεί να αμφισβητήσει.
Ίσως για πρώτη φορά εδώ και αρκετές δεκαετίες οι εκφραστές της αμερικανικής πολιτικής ελίτ και οι πολέμιοι του αμερικανικού imperium θα καταλήξουν στο ίδιο συμπέρασμα: η πτώση των δίδυμων πύργων δεν άλλαξε τον κόσμο. Οι επιθετικές επεμβάσεις της Ουάσινγκτον σε κάθε σημείο του ορίζοντα θα συνεχίζονταν αλλά τα σύμβολα της αμερικανικής οικονομικής ισχύος θα «κατέρρεαν» ούτως η άλλως γιατί στηρίζονταν σε πήλινες βάσεις. Ίσως απλώς χωρίς την Αλ Κάιντα να μην είχαν σηκώσει τόση σκόνη. Η 11η Σεπτεμβρίου ήταν στην καλύτερη περίπτωση ένας ισχυρός καταλύτης αλλά σε καμία περίπτωση ένα καθοριστικό ιστορικό γεγονός.
Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Σεπτέμβριος 2011
Πηγή: http://info-war.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου