Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

«Μπορείς να μου πεις πώς έκανε ο Χριστός τον πρώτο μαθητή;»


Παραθέτουμε απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη "ΟΙ ΑΔΕΡΦΟΦΑΔΕΣ"



Είχε πια περάσει το μεσημέρι, οι Καστελιανοί κοιμόνταν, για να χουν δύναμη να ρθουν απόψε στην εκκλησία, ν ακούσουν τα Δώδεκα Βαγγέλια. Δεν ακούγουνταν φωνή ανθρώπου, μήτε σκυλιού, μήτε πουλιού. Κάπου κάπου μονάχα ένα βούισμα ανέβαινε από μερικά σπίτια, γλυκό, μονότονο, σαν από μελισσολόι. Ήταν οι γυναίκες, οι μάνες, οι αδερφάδες των αντρών που σκοτώθηκαν προχτές, τη Μεγάλη Τρίτη, και τους μοιρολογούσαν ακόμα σιγά σιγά και κουρασμένα.

Και να, ξαναπλάκωσε πάλι ο βραχνάς τα στήθια του παπα-Γιάνναρου. Ξανατινάχτηκαν πάλι στο νου του τα λόγια του αναπάντεχου καλόγερου χτες βράδυ. Όσο το γύριζε και το αναγύριζε στο νου του, τόσο και βεβαιώνουνταν ο παπα-Γιάνναρος πως δεν ήταν σώμα ανθρώπου αυτό, ντυμένο με καλογερικό ράσο και μ ένα σταυρό σιδερένιο στο λαιμό. Έτσι βαθιά που αναστέναξε και μπήκε όλο αίματα στο κελί του κι ύστερα αθόρυβα εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα, σίγουρα θα ταν ο Πειρασμός. Και τα λόγια που βρήκε να του πει, αληθινά μονάχα ο παμπόνηρος Αντίχριστος μπορούσε με τόση τέχνη να τα σοφιστεί. Γιατί τίποτα δεν πεθυμούσε πιο βαθιά, πιο κρυφά στο σπλάχνο του ο παπα-Γιάνναρος, παρά τούτο: ο άδικος, ο άτιμος κόσμος ετούτος να γκρεμιστεί, μα με το χέρι του Χριστού.

Τα γύριζε, τ’ αναγύριζε στο νου του τα λόγια αυτά, και τα ‘χε ο παπα-Γιάνναρος σαστίσει. Σωστά του φαίνουνταν, μα πάλι ένας μέσα του αντιστέκουνταν κι αρνιόταν.

- Όχι, όχι, φώναζε, ο καινούργιος λόγος που διαλαλούν οι αντάρτες δε γίνεται να ‘ναι από Θεού. Αν ο αρχηγός τους ήταν αληθινά ο Παράκλητος, δε θα μιλούσαν με τόσο πάθος για υλικά αγαθά, τι να φάμε, πώς να μοιραστούμε τα κέρδη, πώς να σκοτώσουμε τους οχτρούς μας. Τους άκουσες ποτέ να μιλήσουν για τον ουρανό; Στη γης μονάχα έχουν καρφωμένα τα μάτια τους. Να χορτάσει η κοιλιά, να χορτάσουν, λέει, πρώτας όλες οι κοιλιές του κόσμου κι ύστερα βλέπουμε. Η κοιλιά, να το θεμέλιό τους. Η κοιλιά, όχι η καρδιά, όχι η ζωή η αιώνια. Τί Παράκλητος λοιπόν είναι ετούτος;

Ο παπα-Γιάνναρος αναστέναξε. Κάμποση ώρα έμεινε συλλογισμένος. Συχνά, όταν έμενε ολομόναχος στο περιαύλι της εκκλησιάς, ανάμεσα στα μνήματα, ο νους του βυθίζουνταν σε συλλογή. Μάχουνταν από το χωριουδάκι αυτό και με το τραχύ μυαλό που του δωκε ο Θεός, να βρει μιαν άκρα στο μυστήριο αυτό που το λένε ζωή και θάνατο κι απάνω κόσμο. Κι όλο ρωτούσε, ρωτούσε και περίμενε απόκριση. Και σήμερα τα λόγια του καλόγερου τον τυραννούσαν, μούγκριζε σιγά απάνω στο πεζούλι κι ο ιδρώτας έτρεχε από το κούτελό του.

- Να ναι αλήθεια, να ναι αλήθεια; μουρμούριζε. Μα τότε, ομπρός, σηκώσου απάνω, παπα-Γιάνναρε, βάλε τα φισεκλίκια, ανέβα στο βουνό, βρες τον Παράκλητο, πολέμα μαζί του!

Μα πάλι τινάζουνταν μέσα του η φωνή, δεν τον άφηνε να σηκωθεί και να φύγει.

- Όχι, όχι, του φώναζε, μην παίρνεις εύκολα φωτιά, παπα-Γιάνναρε. Αν χορτάσει η κοιλιά, θα θέλει πια, θα μπορεί η ψυχή να ξεκορμίσει από τη γλύκα της χώνεψης; Η ευτυχία της γης ποτέ δε φέρνει στον ουρανό, η ευτυχία είναι παγίδα του Σατανά. Ο επίγειος Παράδεισος είναι έργο του Διαβόλου. Πόσες φορές να σου το πω, παπα-Γιάνναρε; Ο Διάβολος είναι ο αρχηγός των ευτυχισμένων, των ευχαριστημένων, των χορτάτων. Ο Χριστός είναι ο αρχηγός των δυστυχισμένων, των ανήσυχων, των πεινασμένων. Έχε το νου σου, παπα-Γιάνναρε!

Μα εκεί που ανάριχνε πίσω το κεφάλι, ευχαριστημένος που ξεσκέπασε την παγίδα και δεν τον ξεγέλασε ο Πειρασμός, θυμήθηκε – μπας κι ήταν άλλος Πειρασμός κι ετούτος; - μιαν κουβέντα που ‘χε κάμει, χρόνια τώρα, πέρα, στο βλογημένο ακρογιάλι του χωριού του, μ’ ένα γέρο-ψαρά.

Έλαμπε η μέρα εκείνη, Αύγουστος μήνας, σαν τώρα νά, λες και βγήκε από τα χέρια του Θεού. Πρωί, η θάλασσα μύριζε, αλαφρό αγεράκι φυσούσε, δυο πεταλούδες, άσπρες με πορτοκαλιές βούλες, κυνηγιούνταν κι έπαιζαν απάνω στα χοχλάδια του γιαλού. Περπατούσε ο παπα-Γιάνναρος γυμνοπόδης απάνω στον άμμο, είχε ανοιχτά τα στήθια του κι έψελνε με δυνατή φωνή τον ύμνο, που αγαπούσε, Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια…  που μια φορά κι έναν καιρό αντιλάλησε θριαμβευτικά σε όλες τις βυζαντινές εκκλησίες, όταν η Υπέρμαχος Στρατηγός, η Παρθένα, λύτρωσε τη Βασιλεύουσα από τα χέρια των βαρβάρων… Έτσι τραγουδώντας ο παπα-Γιάνναρος έφτασε σε μια φτωχικιά καλύβα, όπου ζούσαν δυο αγαπημένοι, αχώριστοι αδερφοί. Ο ένας ψαράς, ο άλλος τσουκαλάς. Είχε έναν τροχό, ζύμωνε τη λάσπη, την έριχνε απάνω στον τροχό και της έδινε ό,τι σχήμα ήθελε η καρδιά του. Είχε κουραστεί ο παπα-Γιάνναρος, κάθισε να κουβεντιάσει μαζί τους. Ο ένας δούλευε κιόλας τον πηλό κι ο άλλος σύνταζε τα δίχτυα του, να βγει να ψαρέψει.

Μίλησαν για τη θάλασσα, για τους πολέμους, κι ύστερα για τη φτωχολογιά, κι ύστερα για τα σύκα, πως ήταν η χρονιά τους εφέτο. Ξαφνικά γύρισε ο ψαράς στον παπα-Γιάνναρο και του κάνει:

«Γέροντά μου, ένα πράμα θα σε ρωτήσω και να με συμπαθάς: Μπορείς να μου πεις πώς έκανε ο Χριστός τον πρώτο μαθητή;»

Του ‘πε ο παπα-Γιάνναρος ό,τι λεν τα χαρτια, μα ο γερο-ψαράς κούνησε το κεφάλι του και χαμογέλασε. Έσκυψε στο γέροντα.

«Εγώ μονάχα ξέρω», είπε. «Ο Χριστός έκαμε πολλά θάματα, είπε λόγια μεγάλα, μα κανένας δεν τα ξέρει. Αυτά που λεν τα χαρτιά, μην τα πιστεύεις. Να σου πω εγώ, γέροντά μου, πώς ψάρεψε τον πρώτο μαθητή – πώς τον έλεγαν;»

«Αντρέα.»

«Τον Αντρέα. Ήταν, να φανταστείς, μεγάλη φουρτούνα, αέρας, αντάρα, τα κύματα θεόρατα. Του κάκου μάχουνταν οι ψαράδες. Γύριζαν απελπισμένοι με αδειανά δίχτυα. Όπου ξαφνικά, πίσω από ένα βράχο, στο ακρογιάλι – τι να δουν; Φωτιά, κι ένας ίσκιος σάλευε πλάι της, σηκώνουνταν, χαμήλωνε, ξανασηκώνουνταν. ‘’Κάτι θα ψήνει αυτός…’’ στοχάστηκε ένας ψαράς πεινασμένος. ‘’ας πάω να δω!’’ κι έτρεξε κατά τη φωτιά, στην άκρη της θάλασσας.»

«Δεν ήταν θάλασσα», διόρθωσε ο παπα-Γιάνναρος, «ήταν λίμνη, η λίμνη της Γεννησαρέτ.»

«Τί έχει να κάνει;» είπε ο γερο-ψαράς νευριασμένος. «Αυτά σας τρώνε εσάς τους γραμματισμένους. Έτρεξε, που λες, κατά τη φωτιά και βρήκε μισοσβησμένη τη θράκα κι απομεινάρια ακόμα ψαριού, μα ο άνθρωπος είχε χαθεί. Φώναξε, ψυχή!»

«Την άλλη μέρα, ακόμα πιο άγρια φουρτούνα. Οι ψαράδες απελπισμένοι γύριζαν πάλι με τα δίχτυα αδειανά. Όπου, ξαναθωρούν τη φωτιά και τον ίσκιο να σκύβει απάνω, σαν κάτι πάλι να ‘ψηνε. Ο χτεσινοβραδινός ψαράς δώστου πάλι τρέχει και προφταίνει έναν άνθρωπο να ψήνει, περασμένα από ένα καλάμι, μιαν αρμάθα ψάρια. Ήταν νέος, έως τριάντα χρονών, ηλιοκαμένος σαν ψαράς. ‘’Τι κάνεις αυτού, φίλε;’’ Τον ρωτάει ο ψαράς. ‘’Νά, ψήνω ψάρια. – Και πού τα βρήκες; - Τα ψάρεψα τώρα το δειλινό. – Και πώς μπόρεσες με τέτοια θαλασσοταραχή; Εμείς τώρα και δυο μέρες έχουμε να φάμε. – Γιατί δεν ξέρετε πώς να ρίχνετε τα δίχτυα. Εγώ θα σε μάθω.’’»

«Ο ψαράς – ήταν ο Αντρέας, θα το κατάλαβες – έπεσε στα πόδια του παράξενου ανθρώπου κι είπε: ‘’Δάσκαλε, ποτέ πια δε θα χωρίσω από σένα.’’»

«Το βράδυ ο Αντρέας είπε του αδερφού του πως βρήκε έναν άνθρωπο που μπορεί να πιάνει και με την πιο μεγάλη φουρτούνα ψάρια. Αυτός πάλι το ‘πε στους φίλους του, κι έτσι σιγά σιγά βρήκε ο Χριστός – γιατί αυτός ήταν – τους μαθητές του. Στην αρχή τους δασκάλεψε, μαθές, πώς να πιάνουν ψάρια να μην πεινούν, κι ύστερα με τον καιρό, δίχως να το καταλάβουν, από ψαρική σε ψαρική, τους έκαμε Απόστολους.»

Ο παπα-Γιάνναρος άκουε το γερο-ψαρά με το στόμα ανοιχτό. Την ώρα που του μιλούσε ο ψαράς, θυμόταν ένα παλιό Βαγγέλιο που σώζουνταν στην εκκλησία με θαμαστές πολύχρωμες μικρογραφίες. Μία από αυτές, η Επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος: το Άγιο Πνέμα κατεβαίνει κάθετα και μοιάζει γλάρο πεινασμένο που από αψηλά σαΐτεψε τους Αποστόλους και τους αδράχνει από την κοιλιά με δώδεκα κόκκινες πετονιές. Μάχουνταν οι Απόστολοι να ξαγκιστρώσουν, μα το αγκίστρι τους έχει πιάσει βαθιά από την κοιλιά, δεν τους αφήνει! Τί άσφαλτα, συλλογίστηκε τότε ο παπα-Γιάνναρος, πρωτοπέφτει και φυτεύεται έτσι ο Λόγος του Θεού μέσα στην κοιλιά κι αγάλια ανεβαίνει και πιάνει την καρδιά και το νου του ανθρώπου!

Ο γερό-ψαράς κοίταξε τον παπα-Γιάνναρο ευχαριστημένος, γιατί μάντεψε το θαμασμό του.

«Έτσι δουλεύει ο Θεός, γέροντά μου», του λέει. «Αμ’ τί νομίζεις! Εσείς οι γραμματισμένοι λέτε πως ο Θεός είναι μια ιδέα, ένα σπάνιο πράμα – ξέρω κι εγώ; Άλλοι πάλι πως είναι ένας γέρος απάνω σε σύννεφα, και τον ζωγραφίζουν κιόαλς. Τίποτα από αυτά!»

«Νά, ένας τροχός, νά, σαν και τούτον εδώ του αδερφού μου. Κι εμείς είμαστε η λάσπη. Γυρίζει ο τροχός ακατάπαυτα, γυρίζει και περνάει από πάνω μας, φυσάει και μας κάνει ό,τι θέλει: λαγήνια, στάμνες, γλάστρες, τσουκάλια, λύχνους. Άλλα βάζουν νερό, άλλα κρασί και μέλι, άλλα μαγειρεύουν, άλλα φωτίζουν… Έτσι βγαίνουν οι άνθρωποι από τα χέρια του Θεού. Κι αν σπάσουμε, τι τον νοιάζει; Αυτός γυρίζει, γυρίζει και φτιάνει καινούρια αγγεία και μήτε στρέφεται να μας δει. Τί να μας κάνει;»

«Μα γιατί όλα αυτά;» έκαμε ο παπάς, για να βάλει σε πειρασμό το γερο-ψαρά. «Γιατί να με κάμει καθόλου; Κι αφού μ’ έκαμε, γιατί να με σπάσει; Δε θέλω!»

«Έ, ας μη θες!» έκαμε ο γέρος μ’ ένα ξερό περιπαιχτικό γέλιο. Και σε λίγο: «Ποιός μας ρωτάει, παπά μου!»  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου