Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Η μαύρη πηγάδα του Μελιγαλά



Η διακριτική αποσιώπηση της ταυτότητας των νεκρών αποτελεί συστατικό στοιχείο των «μνημοσύνων» του Μελιγαλά ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και συνδέεται με τη γενικότερη στρατηγική βάσει της οποίας επιχειρήθηκε στη χώρα μας η «δικαίωση» του ένοπλου δωσιλογισμού.

Με δυο λόγια: αυτό που συνήθως αποκρύπτει η φιλολογία περί «αθώων θυμάτων» είναι (α) το ιστορικό γεγονός ότι ο Μελιγαλάς υπήρξε βάση και ορμητήριο των ένοπλων συνεργατών της Βέρμαχτ που το 1943-44 έπνιξαν στο αίμα τη Μεσσηνία και τους γύρω νομούς και (β) ότι το μακελειό του 1944 ήταν το αποτέλεσμα μιας από τις σκληρότερες μάχες που έδωσε ο ΕΛΑΣ, με εξουσιοδότηση του συμμαχικού στρατηγείου και της κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή.


*Κωμόπολη 2.482 κατοίκων το 1940, ο Μελιγαλάς χρησιμοποιήθηκε το 1941-43 ως βάση...
ιταλών καραμπινιέρων (1941-43) και μιας διλοχίας γερμανικού στρατού (1943-44).

*Όταν την άνοιξη του 1944 οι Γερμανοί συγκρότησαν τα Τάγματα Ασφαλείας, ένοπλους δωσιλογικούς σχηματισμούς με αποστολή την «αξιοποίηση της αντικομμουνιστικής μερίδας του ελληνικού λαού» για τη μετατροπή της αντιφασιστικής Αντίστασης σε εμφύλιο πόλεμο και την «εξοικονόμηση γερμανικού αίματος», εγκαταστάθηκε εκεί το 3ο Τάγμα Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά. Την υποστήριξή του ανέλαβε μια «πολιτική επιτροπή», με πρόεδρο τον πολιτευτή Περικλή Μπούτο και μέλη τον κοινοτάρχη, δυο δικηγόρους κι ένα γιατρό (Θεοδωρόπουλος 2001, σ. 133-4).

Ο τρόπος με τον οποίο «αξιοποιήθηκε» από τους ναζί αυτή η δωσίλογη «μερίδα του ελληνικού λαού» ήταν αναμενόμενος: Δεν πρόλαβε να εγκατασταθεί το Τάγμα στο Μελιγαλά, και τα γερμανικά αρχεία καταγράφουν τη συμμετοχή του σε «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» των κατοχικών στρατευμάτων. Στηριγμένοι στη Βέρμαχτ, οι ταγματασφαλίτες αναλαμβάνουν να κονιορτοποιήσουν τη μαζική βάση του ΕΑΜ με μαζικές συλλήψεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις και κάψιμο σπιτιών, εγκαινιάζοντας ένα φαύλο κύκλο βίας και αντεκδικήσεων, που θα οδηγήσει στις εκτελέσεις των ημερών της Απελευθέρωσης.



Η μάχη και η σφαγή

Η συμβολή τους στην πολεμική προσπάθεια του Άξονα υπήρξε ουσιαστική. Δεν είναι μόνο ο προϊστάμενός τους, αντιστράτηγος των SS Βάλτερ Σιμάνα που, στην τελική έκθεσή του προς τον Χίμλερ (2.11.44), διαπιστώνει ότι τα Τάγματα Ασφαλείας «ήταν πολύτιμες βοηθητικές μονάδες στην ενεργό καταπολέμηση των συμμοριών». Βρετανική έκθεση του 1944 τονίζει πως «η τοπική γνώση των προσώπων και του χώρου από τα Τάγματα Ασφαλείας, τους προσδίδει μοναδική αξία για τους Γερμανούς, που μπορούν έτσι να κρατήσουν την Ελλάδα με έναν ελάχιστο αριθμό δυνάμεων», (ΔΙΣ 1998, σ. 43). Αποκαλυπτική είναι τέλος η πρακτική της Βέρμαχτ να περιλαμβάνει τους νεκρούς, τραυματίες ή αγνοούμενους ταγματασφαλίτες στους πίνακες των δικών της απωλειών.

*Για τη στάση του πληθυσμού, αρκετά εύγλωττες είναι οι μεταπολεμικές αναμνήσεις του υποδιοικητή του Τάγματος Μελιγαλά, ταγματάρχη Καζάκου, για τις εκκαθαριστικές του καλοκαιριού του 1944 στον Ταΰγετο: «Η επιχείρησις αύτη απέβη άκαρπος», σημειώνει, «καθ’ όσον ο ΕΛΑΣ είχεν οργανώσει σχεδόν ολόκληρον την ύπαιθρον (Μεσσηνίας και Λακωνίας) από του εργάτου μέχρι του ανωτάτου τιτλούχου, ώστε επληροφορήθη εγκαίρως φαίνεται την όλην προπαρασκευήν» των Γερμανών και των συνεργατών τους.

Αντισυνταγματάρχης πλέον του ελληνικού στρατού, ο συντάκτης των παραπάνω γραμμών φροντίζει πάντως να διευκρινίσει, εν έτει 1955, ότι «η στάσις των Αρχών κατοχής υπήρξε ειλικρινής και φιλική» απέναντι στη μονάδα του (ΔΙΣ 1998, σ. 193). Αναφερόμενος πάλι στην αποχώρηση της Βέρμαχτ, δεν διστάζει να καταγγείλει τους Γερμανούς για «προδοτικήν στάσιν» (σ. 197).

*Οι Γερμανοί εγκατέλειψαν το Μελιγαλά στις 4.9.1944 και την Καλαμάτα την επομένη. Ο ΕΛΑΣ μπήκε στην μεσσηνιακή πρωτεύουσα στις 9 Σεπτεμβρίου, μετά ολοήμερη μάχη με τον εκεί «λόχο ασφαλείας» και τη χωροφυλακή. Στις 13 Σεπτεμβρίου ήρθε η σειρά του Μελιγαλά, όπου είχαν οχυρωθεί οι εναπομείναντες ταγματασφαλίτες. Οταν η ηγεσία τους απέρριψε το κάλεσμα του ΕΑΜ να καταθέσουν τα όπλα και να τεθούν στη διάθεση της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, το λόγο είχαν τα όπλα. Οι αντίπαλες δυνάμεις ήταν ισοδύναμες αριθμητικά (1.000-1.200 ένοπλοι εκατέρωθεν), ενώ οι αντάρτες διέθεταν την υποστήριξη χιλιάδων χωρικών του εφεδρικού ΕΛΑΣ, που συνέρρεαν από τα πέριξ με αυτοσχέδιο οπλισμό.

Η μάχη κράτησε τρεις ολόκληρες μέρες (13-15.9.44). Το τελικό ανακοινωθέν του ΕΛΑΣ αναφέρει ότι σκοτώθηκαν 60 αντάρτες και 800 «ράλληδες». Ο δεύτερος αριθμός περιλαμβάνει προφανώς χοντρικά και τους εκτελεσμένους των επόμενων ημερών.

*Παρά τις αντιφάσεις, τις υπερβολές και τις αποσιωπήσεις τους, οι διαθέσιμες αφηγήσεις δίνουν μια γενική ιδέα όσων συνέβησαν μετά τη μάχη: Αρχικά σημειώθηκαν σποραδικοί φόνοι και καταστροφές περιουσιών. Ακολούθησε το ξεκαθάρισμα των συλληφθέντων με συνοπτικές διαδικασίες, από μια επιτροπή με επικεφαλής τους δικηγόρους Βασίλη Μπράβο και Γιάννη Καραμούζη. Από σημειώματα που δημοσιεύθηκαν αργότερα στον τοπικό εθνικόφρονα τύπο προκύπτει ότι αποφασιστικό ρόλο σ’ αυτή τη διαδικασία έπαιξαν οι τοπικές οργανώσεις της Εθνικής Πολιτοφυλακής, στις οποίες είχε ανατεθεί η συγκέντρωση στοιχείων για την προηγούμενη δράση κάθε αιχμαλώτου. Οσοι καταδικάζονταν οδηγούνταν σε ένα εγκαταλειμμένο ξεροπήγαδο έξω απ’ την κωμόπολη (την «Πηγάδα») κι εκτελούνταν.

*Πόσοι ήταν; Το 1945, το ιατροδικαστικό συνεργείο του Καψάσκη ανακοίνωσε ότι ξέθαψε 708 πτώματα. Στο μνημείο είναι γραμμένα 787 ονόματα από 61 πόλεις και χωριά. Η εθνικόφρων φιλολογία προβάλλει φυσικά πολύ μεγαλύτερα νούμερα: «περί τους 1.500 εις την Πηγάδα» μετρά ο Κώστας Καραλής (1958), «περί τα 1.800 άτομα πάσης ηλικίας και φύλου» βρίσκουν το Αρχηγείο Χωροφυλακής (1962) και ο καθηγητής Απόστολος Δασκαλάκης (1973), 1.900 τους θέλει ο Κων/νος Αντωνίου (1965), «άνω των 3.500 κατά τους μετριωτάτους υπολογισμούς» τους προτιμά η χουντική ιστορία του ΓΕΣ (1973). Ο Κοσμάς Αντωνόπουλος, πάλι, αναφέρει 2.100 «δολοφονηθέντες», παραθέτει όμως τα στοιχεία μόλις 699. Το βιβλίο που διανέμει ο «Σύλλογος Θυμάτων» περιέχει 1.144 ονόματα, ο συγγραφέας του όμως δείχνει μάλλον αναποφάσιστος: αλλού μιλάει για 1.500 νεκρούς (σ. 118), αλλού για «1.500 και πλέον» (σ. 115), αλλού για πάνω από 2.000 (σ. 26 & 166) κι αλλού για «5.000 εκατέρωθεν» (σ. 23). Σε κάθε περίπτωση, οι αριθμοί περιλαμβάνουν όχι μόνο τους «σφαγιασθέντες» αλλά και τους νεκρούς της τριήμερης μάχης.

*Την αντίθετη τάση επιδεικνύουν οι συγγραφείς της εαμικής πλευράς. Η αναλυτικότερη σχετική πηγή υπολογίζει 120 σκοτωμένους στη μάχη και 280-350 εκτελεσμένους στην Πηγάδα (Ξιάρχος 1982, σ. 38), ενώ δεν λείπουν αναφορές μέχρι και σε 1.200 νεκρούς.

*Πιο ενδιαφέρουσα απ’ αυτή την… κολοκυθιά αποδεικνύεται η εξέταση του καταλόγου της έκδοσης του «Συλλόγου Θυμάτων». Σε σύνολο 1.144 ονομάτων (οι 108 κάτοικοι Μελιγαλά) υπάρχουν μόνο 18 γυναίκες, 18 ηλικιωμένοι, ένας έφηβος και κανένα παιδί. Ολοι οι υπόλοιποι, το 96,8% του συνόλου, είναι άντρες λίγο πολύ μάχιμης ηλικίας. Κάθε άλλο παρά σφαγή «γυναικόπαιδων», δηλαδή…

Μνημόσυνο ακατονόμαστων

Ευθύς εξαρχής, οι εκδηλώσεις στη μνήμη των «σφαγιασθέντων» πήραν ρεβανσιστικό χαρακτήρα.

*Το πρώτο μνημόσυνο (24.6.45) καταλήγει σε απόπειρα λιντσαρίσματος των αντιστασιακών που κρατούνταν στη φυλακή της κωμόπολης (Β. Κλεφτόγιαννης, «Οπως τα ‘ζησα», σ. 143-4).

*Από το Σεπτέμβριο του 1945 η τελετή τυποποιείται, με φαινομενικό οργανωτή την κοινότητα και ουσιαστικό τη νομαρχία. Συμμετέχουν οι πολιτικές, εκκλησιαστικές, αστυνομικές και στρατιωτικές αρχές, τοπικοί πολιτικοί, τα σχολεία. Επί χούντας θα καθιερωθεί και αθλητικό τουρνουά ποδοσφαίρου και ανώμαλου δρόμου, με κύπελλα που αθλοθέτησαν τοπικοί παράγοντες και οι κυλινδρόμυλοι «Ευαγγελίστρια» («Θάρρος» 17.9.67).

*Παράλληλα, «διευθετείται» ο χώρος των εκδηλώσεων. Βασιλικό διάταγμα του 1953 συστήνει ερανική επιτροπή με πρόεδρο το μητροπολίτη και μέλη το νομάρχη, το διοικητή Χωροφυλακής κ.ά. Από τον δημοσιευμένο απολογισμό του εράνου, πληροφορούμαστε ότι τη μερίδα του λέοντος «συνεισέφεραν» τα σχολεία και οι φαντάροι: 244.413 και 65.529 δρχ. αντίστοιχα, σε σύνολο 332.614 («Σημαία» 19.9.54). Μ’ αυτά τα λεφτά χτίζεται παρεκκλήσι, «καλλωπίζεται» η Πηγάδα και υψώνεται ένας τεράστιος σταυρός.

Η τελική διαμόρφωση (μάντρες, πάρκινγκ κ.λπ.) θα γίνει επί χούντας, με πιστώσεις και επίβλεψη Ασλανίδη.

*Η χουντική επταετία γνωρίζει άλλωστε το απόγειο του ιδιότυπου αυτού γιορτασμού. Το 1967 το μνημόσυνο τιμά με την παρουσία του ο Παττακός, εξηγώντας ότι «η 21η Απριλίου απέτρεψε νέον Μελιγαλάν» και ανακοινώνοντας την αναβάθμιση της κοινότητας των 1.800 κατοίκων σε «ιστορικό» δήμο («Εθνος» 18.9.67).

*Το 1968 παρευρίσκεται πρώτη φορά ο «ανώτατος άρχων» της χώρας, στο πρόσωπο του αντιβασιλιά Ζωιτάκη («Θάρρος» 24.9.68). Το 1969, η επιμνημόσυνη λειτουργία μεταφέρεται από την κεντρική εκκλησία της κωμόπολης στο χώρο της Πηγάδας και η τροχαία εκδίδει προληπτικές οδηγίες για την κυκλοφορία («Θάρρος» 21.9.69).

*Το 1973, ενόψει φιλελευθεροποίησης, οι αρχές δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους για το μνημόσυνο. Ειδικά δρομολόγια λεωφορείων και τρένων μεταφέρουν «προσκυνητάς» απ’ τους γύρω νομούς («Θάρρος» 14-16.9.73).

Αποκαλυπτικότερη είναι η «φρονηματιστική» λειτουργία της Πηγάδας τον υπόλοιπο χρόνο. Από τις τακτικές καταχωρίσεις του δελτίου πληροφοριών της νομαρχίας, πληροφορούμαστε ότι μεταφέρονται ομαδικά εκεί για «προσκύνημα» φαντάροι, ευέλπιδες, σπουδαστές επαγγελματικών σχολών, «κλιμάκια φοιτητών», δημόσιοι υπάλληλοι, φιλοξενούμενοι της «Εθνικής Εστίας», ταξιδιώτες των προγραμμάτων του «Εθνικού ιδρύματος» και -φυσικά- ολόκληρα σχολεία.

*Μετά τη Μεταπολίτευση ο επίσημος γιορτασμός συνεχίζεται, χωρίς ιδιαίτερους ενθουσιασμούς. Τον τόνο δίνουν τώρα οι δυναμικές εμφανίσεις της ακροδεξιάς: βασιλόφρονες που διαβεβαιώνουν ότι «σύντομα θα επιστρέψει ο Κωνσταντίνος», χουντικοί που προπηλακίζουν τον κοινοτάρχη «διότι ανεφέρθη στην αποκατάσταση του κοινοβουλευτισμού» (1976) και γιουχάρουν το νομάρχη (1977), χιτλερικοί που ψαρεύουν στα θολά νερά μιας εθνικοφροσύνης σοκαρισμένης απ’ την περιθωριοποίησή της… Ο τοπικός τύπος καταγράφει τα συνθήματα: «Τη λύση θα δώσει ο στρατός», «Ο Φλωράκης στο Γουδί», «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

*Ο κύκλος κλείνει το 1982, όταν το υπ. Εσωτερικών γνωστοποιεί στο δήμο τον τερματισμό της συμμετοχής των επίσημων κρατικών αρχών, «επειδή οι εκδηλώσεις αυτές αποτελούσαν κηρύγματα μισαλλοδοξίας και τροφοδοτούσαν επί 40 χρόνια το διχασμό». Τη σκυτάλη στην οργάνωση του μνημοσύνου παίρνει πια ο «Σύλλογος Θυμάτων Πηγάδας», που ιδρύθηκε το 1980.

*Από κοντά και η Ν.Δ., που βλέπει το μνημόσυνο του 1982 ως τη δέουσα απάντηση στην επίσημη αναγνώριση της εαμικής Αντίστασης. Ο νεαρός βουλευτής Αντώνης Σαμαράς ανακοινώνει π.χ. με ειδικό δελτίο τύπου την έλευσή του «για να παραστεί στο Μνημόσυνο των σφαγιασθέντων από τους εαμοκομμουνιστές» («Ελευθερία» 18.9.82). Σταδιακά, ωστόσο, η λογική του «μεσαίου χώρου» επικρατεί και τα φερέλπιδα στελέχη αποφεύγουν πια να δίνουν το παρών.

Η σταδιακή αυτή περιθωριοποίηση έχει, ωστόσο, ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα: πρώτη φορά τα πράγματα λέγονται με το όνομά τους και οι πεσόντες ταγματασφαλίτες «τιμώνται» ως τέτοιοι. Ενα χαρακτηριστικό των επίσημων γιορτασμών ήταν η διακριτική αποφυγή κάθε αναφοράς στα δωσίλογα Τάγματα Ασφαλείας, με την προσφυγή σε εξωραϊστικά σχήματα λόγου: «αγρίως σφαγιασθέντες υπό αναρχικών στοιχείων», «μαρτυρικώς σφαγιασθέντες εθνικόφρονες πατριώτες», «θυσιασθέντες διά το μεγαλείον και την ελευθερίαν της Πατρίδος», «Ήρωες και Μάρτυρες οίτινες προσεφέρθησαν ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της υπερτάτης θυσίας», ακόμη και «αδίκως σφαγιασθέντες διά την ελευθερίαν και τα ανθρώπινα δικαιώματα»!

*Μετά το 1982, αντίθετα, οι ομιλητές του «απολίτικου», «οικογενειακού» μνημοσύνου δεν αισθάνονται τέτοιου είδους αναστολές: «Το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και το ΕΛΑΣ υπήρξε χειρότερος κατακτητής από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς» διαβάζουμε π.χ. στον πανηγυρικό που εκφώνησε το 1999 η Ειρήνη Δορκοφίκη, διαβεβαιώνοντας τους συγκεντρωμένους ότι ο χαρακτηρισμός των ταγματασφαλιτών ως «προδοτών» και «συνεργατών των κατακτητών» δεν είναι παρά «αισχρή συκοφαντία» των κομμουνιστών και λοιπών «ευρωλιγούρηδων».

Στην ομιλία πάλι του 1997, ο δικηγόρος Βασίλειος Δημαρέσης ξεκαθαρίζει: «Οι ηρωικοί νεκροί μας δεν πολέμησαν με Έλληνες, διότι οι Κομμουνιστές έπαυσαν να είναι Έλληνες, τα εγκλήματά τους είναι εγκλήματα ξένων, εγκλήματα γενοκτονίας»!

Άραγε, τι απ’ όλα αυτά θα μπορούσαν να «αμαυρώσουν» οι επίσημοι νοσταλγοί του Χίτλερ;

Τα ξεχασμένα θύματα

Μια ελάχιστα γνωστή πτυχή της τραγωδίας του Μελιγαλά αφορά τα θύματα των «αγρίως σφαγιασθέντων» ταγματασφαλιτών της Πηγάδας. Έδρα ιταλών καραμπινιέρων, γερμανικής διλοχίας και του Τάγματος Ασφαλείας, η κωμόπολη χρησιμοποιήθηκε σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής ως στρατόπεδο συγκέντρωσης, χώρος βασανιστηρίων και τόπος εκτελέσεων αντιστασιακών και ομήρων. Η απουσία μιας ολοκληρωμένης καταγραφής όσων σκοτώθηκαν απ’ τους ταγματασφαλίτες είναι αποκαλυπτική για το κλίμα που επικράτησε στην περιοχή, τόσο κατά τα μετεμφυλιακά χρόνια όσο και αργότερα. Καταφανώς ελλιπή, τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ωστόσο διαφωτιστικά.

Ο απολογητής των ταγματασφαλιτών Κοσμάς Αντωνόπουλος παραθέτει τα ονόματα 27 ατόμων που εκτελέστηκαν στο Μελιγαλά από τις κατοχικές δυνάμεις. Οι 6 είναι κάτοικοι της κωμόπολης. Από τον πίνακα απουσιάζουν ωστόσο τα περισσότερα ονόματα που γνωρίζουμε από άλλες πηγές («Η Ελληνική Αντίστασις 1941-1945», Αθήναι 1964).

Στο «Μεσσηνιακό βιογραφικό λεξικό» του Νίκου Καράμπελα (1962) αναφέρονται τα ονόματα 16 εκτελεσμένων στο Μελιγαλά το 1943-44. Στο δικό του βιβλίο ο Σπύρος Ξιάρχος καταγράφει τρεις ομαδικές εκτελέσεις 22 ατόμων κι άλλους 23 μεμονωμένους φόνους («Η αλήθεια για το Μελιγαλά», Καλαμάτα 1982, σ. 46-47). Απροσδιόριστο παραμένει, τέλος, πόσοι απ’ τους 924 εκτελεσμένους Μεσσήνιους που μνημονεύονται σε πρόσφατη έκδοση, θανατώθηκαν στην έδρα του Τάγματος (Τάσος Αποστολόπουλος, «Μεσσηνιακή εκατόμβη 1940-1944», Καλαμάτα 2000).

Αποκαλυπτικότερες είναι κάποιες επιμέρους λεπτομέρειες: Στις 27.4.44 ο ΕΛΑΣ Λακωνίας σκότωσε σε ενέδρα τον γερμανό στρατηγό Κρεντς και 3 συνοδούς του. Ο «Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος» διέταξε σε αντίποινα τον τουφεκισμό 200 «κομμουνιστών» στο σκοπευτήριο της Καισαριανής κι όσων χωρικών θα συναντούσαν τα στρατεύματά του στην ύπαιθρο μεταξύ Μολάων και Σπάρτης. Οπως διαβάζουμε στη σχετική ανακοίνωση, οι ταγματασφαλίτες του Παπαδόγκωνα έσπευσαν να τιμήσουν με τον τρόπο τους τη μνήμη του γερμανού στρατηγού: «Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Ελληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς» («Καθημερινή» 30.4.44). Σαράντα απ’ αυτές τις «αυτόβουλες» εκτελέσεις έγιναν από το Τάγμα Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά την Πρωτομαγιά του 1944 – τριάντα στην Καλαμάτα και δέκα στο νεκροταφείο του Μελιγαλά. Μεταξύ των τελευταίων ήταν και μια 18χρονη επονίτισσα, η Ασπασία Ξιάρχου, από τη γειτονική Ανθούσα. Είχε πιαστεί (και βασανιστεί) από τους ταγματασφαλίτες ενώ επέστρεφε από την Καλαμάτα για το μνημόσυνο της μάνας της. Ενας κρατούμενος διέφυγε και, την επομένη, εκτελέστηκαν στη θέση του άλλοι δύο (Γιάννης Σχινάς, «Η εθνική Αντίσταση στη Μεσσηνία», Αθήνα 1984, σ. 98-99).

Ακολούθησε στις 15.6.44 ο τουφεκισμός 10 κρατουμένων στο Μελιγαλά (ανάμεσά τους 2 γυναίκες κι ένας ηλικιωμένος ανάπηρος) -σε αντίποινα, προφανώς, για το θανάσιμο τραυματισμό του ταγματασφαλίτη ταγματάρχη Γεωργανά στην Καλαμάτα. Την επομένη, 27 κρατούμενοι, 22 άντρες και 5 γυναίκες, τουφεκίστηκαν από το λόχο Καλαμάτας στις όχθες του Νέδοντα.

Δυόμισι δεκαετίες μετά την επίσημη αναγνώριση της ΕΑΜικής Αντίστασης, μάταια θ’ αναζητήσει κανείς στο Μελιγαλά ή τα περίχωρά του κάποιο μνημείο γι’ αυτούς τους πεσόντες. «Δεν έχω ακούσει ποτέ κάτι τέτοιο», ήταν η απάντηση του προέδρου του «Συλλόγου Θυμάτων Πηγάδας» κ. Μανιάτη, όταν τον ρωτήσαμε για τους εκτελεσμένους από το Τάγμα Ασφαλείας. Στην Καλαμάτα, μια λιτή στήλη (χωρίς ονόματα ή αριθμούς) στήθηκε από το Δήμο στο χώρο των εκτελέσεων, μακριά από τα μάτια του κοινού, μόλις το 2002. Η επιγραφή κάνει λόγο για «εκτελεσθέντες πατριώτες από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους», αποφεύγει όμως να αναφέρει την ακριβή ταυτότητα των εκτελεστών.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, σταματήσαμε στο επιβλητικό μνημείο για τους 204 εκτελεσμένους της Παλιόχουνης, λίγο πριν από τη Μεγαλόπολη. Απ’ αυτούς, οι 154 είχαν συλληφθεί από ταγματασφαλίτες στην Καλαμάτα και τουφεκίστηκαν απ’ τη Βέρμαχτ σε αντίποινα για την καταστροφή γερμανικής φάλαγγας απ’ τον ΕΛΑΣ. Το τμήμα της επιγραφής που πληροφορεί ότι σκοτώθηκαν «από τους Γερμανούς» έχει σβηστεί με φαιοπράσινη μπογιά.

·  Αναδημοσίευση τμήματος παλαιότερου αφιερώματος του «Ιού» της Ελευθεροτυπίας.

από το tvxs.gr
Διαβάστε περισσότερα...

Οι χυδαίοι συμψηφισμοί και η έμμεση “αθώωση” της Χρυσής Αυγής.


του Θέμη Τζήμα

Παραμονές της απελευθέρωσης της Ελλάδας από τη γερμανική κατοχή, κατά τις διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία του Λιβάνου, ο τότε πρωθυπουργός της εξόριστης κυβέρνησης Γεώργιος Παπανδρέου δήλωνε ότι στην κατεχομένη Ελλάδα όλοι “έσφαζαν”: το ΕΑΜ, οι ταγματασφαλίτες, οι Ναζί κατακτητές. Η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία, παρά την ενόχλησή της, σε εκείνον τον ανιστόρητο συμψηφισμό. Στο γεγονός δηλαδή ότι η μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση εξισώθηκε με μιας, με τους δοσιλόγους και με τους ίδιους τους κατακτητές, κάτι που δεν έγινε σε καμιά άλλη κατεχομένη χώρα, μηδεμιάς εξαιρουμένης, ακόμα και εκείνων που ελάχιστα θύματα είχαν από την κατοχή που τους είχαν επιβάλλει οι Ναζί, συγκριτικά τουλάχιστον με την Ελλάδα.

Η συνέχεια είναι γνωστή: οι “ίσες” αποστάσεις μεταξύ άνισων καταστάσεων είχαν ως αποτέλεσμα οι δοσίλογοι και οι ταγματασφαλίτες να μετατράπουν αρχικά σε εσωτερικό στρατό καταστολής υπό τη διοίκηση των Άγγλων και κατόπιν στο νέο εθνικό, πολιτικό και επιχειρηματικό κορμό του παρασιτισμού και της υποτέλειας. Από την άλλη, οι αντάρτες του μεγαλυτέρου...
εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος- που από μόνο του θα έπρεπε να είναι διαβατήριο για μια άλλη διεθνή θέση της χώρας μεταπολεμικά και για δημοκρατική οργάνωση εσωτερικά- υπό το βάρος και των τραγικών σφαλμάτων της τότε ηγεσίας του ΚΚΕ διώχθηκαν, βασανίστηκαν και εν τέλει περιθωριοποιήθηκαν ως “αντεθνικά δρώντες”.

Η διδακτική αυτή ιστορική εμπειρία μας δείχνει τρία πράγματα: πρώτον ότι η ουσιαστική ισότητα είναι διαφορετική από την τυπική. Η απολύτως δηλαδή ταυτόσημη αντιμετώπιση ανόμοιων καταστάσεων υπό το πρόσχημα της απόλυτης ισότητας υποκρύπτει την πιο καταφανή εύνοια υπέρ της μιας πλευράς εις βάρος της άλλης. Αυτό το μάθημα για χρόνια μας το παρέδιδαν και οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ με τις δήθεν “ίσες αποστάσεις” μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας σε σειρά ζητημάτων.

Δεύτερον, οι συμψηφισμοί που βασίζονται σε μια τέτοια κραυγαλέα αν και υποκρυπτομένη ανισότητα δεν είναι ποτέ ούτε αθώοι, ούτε προϊόντα άγνοιας. Είναι αποτελέσματα συνειδητού σχεδιασμού, βάσει του οποίου η κοινή γνώμη πρέπει να εξισώσει θύτη και θύμα, πρωτοπορία και αντίδραση, πρόοδο και συντήρηση, πατριωτισμό και φασισμό, ώστε αρχικά μέσα στο γενικό χυλό να απογοητευτεί από όλους, άρα να περιέλθει σε σύγχυση και τελικά να επιστρέψει στην υποστήριξη προς τη “φιλήσυχη” καθεστηκύια σταθερότητα και προς όσους τη διασφαλίζουν. Ακόμα και προς εκείνους που μέχρι πρότινος ήταν οι δήμιοι του λαού. Αν όχι να τους υποστηρίξει τουλάχιστον εκτεταμένα τμήματά της να τους ανεχτούν υπό το φόβο μάλιστα του τι περιμένει όποιους αντιδρούν στο νέο μπλοκ εξουσίας του κατεστημένου.

Τρίτον, το αστικό κράτος που ορκίζεται στη δημοκρατία και ενίοτε στον εσωτερικό πασιφισμό μπορεί να ανεχτεί τα πάντα: την προδοσία, το φασισμό, την οργανωμένη, πολιτική, εγκληματική δράση. Αλλά δεν μπορεί να ανεχτεί ιδίως εν μέσω κρίσης τον παραμικρό κίνδυνο εξ αριστερών εις βάρος των συμφερόντων του. Και για αυτόν ακριβώς το λόγο αν τα πράγματα δυσκολέψουν πολύ θα αξιοποιήσει όλα τα φασιστικά κατακάθια και λοιπά εγκληματικά στοιχεία, ντύνοντάς τα απλά με άλλη στολή.

Προκειμένου μάλιστα να πετύχει το σχέδιο του χυδαίου συμψηφισμού το κατεστημένο επιστρατεύει το λόγο και την πένα των μονίμως “νηφάλιων”, κεντρώων- κεντροδεξιών κατά προτίμηση ή και δήθεν δημοκρατικών- δημοσιογράφων και εξαρτημένων διανοουμένων. Όλων αυτών που θα εμφανίσουν την εικόνα ενός δήθεν ειρηνικού αστικού κράτους, του οποίου την ησυχία συνήθως ξεκίνησε να ταράζει η αριστερά με τις ακρότητές της, προκαλώντας την άνοδο της ακροδεξιάς. Αρχικά θα χρεώσουν στην αριστερά ότι υπήρξε ανόητη- δηλαδή απερίσκεπτη- και κατόπιν ότι είναι ένοχη. Το “όλοι φταίνε” από τις συζητήσεις του καφενείου θα μπει στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης για να μετατραπεί σταδιακά στο “η αριστερά φταίει”, ενδεχομένως αφού θα έχει προηγηθεί και μια αυταρχικοποίηση του καθεστώτος. Ας μην ξεχνούμε άλλωστε ότι ακριβώς στη λογική των συμψηφισμών κάποιοι κεντρώοι της εποχής χρέωναν στον Ανδρέα Παπανδρέου την έλευση της χούντας γιατί έλεγαν το είχε παρατραβήξει στην κόντρα του με το παλάτι. Κοινώς για το βιασμό φταίει το θύμα που προκάλεσε με το ντύσιμό του ή που αντιστάθηκε στις ερωτικές προκλήσεις του βιαστή.

Σήμερα παρακολουθούμε κάτι αντίστοιχο, αφενός από μεταμορφωμένους πρώην αριστερούς που αναβαπτίστηκαν στον εκσυγχρονισμό του '90 και στη μνημονιακή “ευτυχία”- κατά Πάγκαλο- και αφετέρου από συνήθη ¨καθωσπρέπει” δεξιά στοιχεία της λούμπεν μεγαλοαστικής μας τάξης. Για την άνοδο της Χρυσής Αυγής λένε φταίει η αριστερά και ειδικά ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως βεβαίως και το ΚΚΕ και η εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Γιατί;

Πρώτον λένε γιατί εισήγαγαν στη δημόσια συζήτηση το δίλημμα μνημόνιο- αντιμνημόνιο και πίσω από το αντιμνημονιακό σύνθημα συντάχθηκε και η ακροδεξιά. Ξεχνούν ότι το δίλημμα μνημόνιο- αντιμνημόνιο το έθεσαν η ίδια η ζωή, η πολιτική του κατεστημένου και οι ανάγκες του λαού, σε βαθμό που και τα συστημικά κόμματα αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν ρητορικά αντιμνημονιακή στάση. Δηλαδή σύμφωνα με τη γραμμή του συμψηφισμού η μεν αριστερά είναι ένοχη γιατί αναγνώρισε πριν από τα συστημικά κόμματα την επίδραση της μνημονιακής πολιτικής και το κοινωνικό χάσμα που θα δημιουργούσε, τα δε συστημικά κόμματα είναι αθώα ως προς το ότι με την πρωτοφανούς βιαιότητας πολιτική τους της φτώχειας και της απελπισίας δημιούργησαν εύφορο έδαφος- μέχρι ενός σημείου τουλάχιστον- για την επέκταση του φασιστικού φαινομένου.

Επιπρόσθετα όντως η ακροδεξιά σήκωσε αντιμνημονιακή σημαία ευκαιρίας. Όντως διαμορφώθηκε ένας επιφανειακά αντιμνημονιακός λόγος που αφήνει ανέγγιχτη την κρίση του καπιταλισμού και αναλώνεται στη συνωμοσιολογία και στον εθνικισμό. Όμως αυτός δεν ήταν ο κατεξοχήν αριστερός λόγος. Αντίθετα, όποτε η αριστερά μιλάει για τον καπιταλισμό και τη δομική, όπως και ταξική διάσταση της κρίσης είναι οι παπαγάλοι του κατεστημένου που θα διακόψουν, θα χλευάσουν και θα πλειοδοτήσουν στον δήθεν αντιγερμανισμό, προκειμένου να αθωώσουν τα ξένα και ντόπια αφεντικά τους.

Άλλωστε δεν συνωθήθηκαν ακροδεξιοί και πίσω από το φιλομνημονιακό μπλοκ; ποιος εισήγαγε την ακροδεξιά ρητορική στη Βουλή, ως γεφυροποιός προς τη Χρυσή Αυγή, αν όχι ο Καρατζαφέρης; Δεν είναι ο πρωθυπουργός Σαμαράς αυτός που εκμεταλλεύεται το φόβο των πολιτών με τη ρητορική περί εσωτερικού πολέμου; ή μήπως ξεχνούν κάποιοι ότι το ΛΑΟΣ των Γεωργιάδη και Βορίδη ήταν που στο πρώτο μνημόνιο και στο μεσοπρόθεσμο επαινούσε η τότε κυβέρνηση για την “υπεύθυνη” στάση του;

Δεύτερον επικαλούνται ότι ήταν η αριστερά που νομιμοποίησε τη βία στις διαδηλώσεις των αντιμνημονιακών δυνάμεων και άρα έτσι άνοιξε υποτίθεται το δρόμο στη Χρυσή Αυγή. “Ξεχνούν” φυσικά ότι γιαουρτώματα αλλά και ξυλοδαρμοί υπήρχαν και σε άλλες περιόδους της μεταπολίτευσης, όπως στη δεκαετία του '80 και στην περίοδο Μητσοτάκη. Τόσο από συνδικαλιστές στο πλαίσιο εργατικών αγώνων, όσο και από τραμπούκους της δεξιάς που μάλιστα είχαν τότε προχωρήσει και σε δολοφονία. Ο φασισμός ωστόσο δεν ανέβηκε. “Ξεχνούν” ότι η κατεξοχήν βία, η βία της φτώχειας και της ανεργίας διογκώνεται με ευθύνη της δικής τους πολιτικής.

“Ξεχνούν” οι δυνάμεις του κατεστημένου και οι εξαρτημένοι από αυτές διανοούμενοι ότι το μεταναστευτικό αφέθηκε επίτηδες και συνειδητά να κακοφορμίσει προς όφελος της πλέον παρασιτικής εργοδοσίας και της ιδιωτικής αγοράς ακινήτων.

Μάλιστα λένε ότι η αριστερά αμφισβήτησε πρώτη τους δημοκρατικούς θεσμούς- κατά συνέπεια η Χρυσή Αυγή απλά “παρασύρθηκε” θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε. Λησμονούν ότι τη Βουλή την ευτέλισαν εκείνοι που επέβαλλαν σε κάθε ψηφοφορία εσωκομματική πειθαρχία χωρίς ποτέ κανένα από τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα να έχει συζητήσει και να έχει αποφασίσει στο εσωτερικό του, δημοκρατικά για τη στάση του επί των μνημονίων. Λησμονούν ότι πέρασαν όλα τα κρίσιμα νομοθετήματα με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, χωρίς τον παραμικρό διάλογο. Ξεχνούν το μανιχαϊσμό του μνημονιακού λόγου, το “ή ψηφίζεται ή καταστρεφόμαστε”, την κάλυψη της ασυδοσίας συχνά των δυνάμεων καταστολής εναντίον διαδηλωτών.

Τρίτο και χειρότερο όμως είναι ότι ταυτίζουν κάθε μορφή βίας. Βεβαίως κάθε ιδεολογία εμπεριέχει και βίαιες πτυχές ή/ και εκδηλώσεις. Άλλωστε ήταν οι αστικοδημοκρατικές επαναστάσεις που παρήγαγαν πρώτες εποχές “τρομοκρατίας”. Ήταν το σύγχρονο βιομηχανικό, αστικοδημοκρατικό κράτος που εγκαινίασε τους ολοκληρωτικούς πολέμους. Βεβαίως και η σοσιαλιστική ή κομμουνιστική θεώρηση εμπεριέχει την προσφυγή στη βία ως ένα μέσο πάλης.

Όμως ο φασισμός είναι κάτι διαφορετικό: ο φασισμός είναι ψευτοϊδεολογικοποιημένη βία. Είναι βία με περιτύλιγμα. Είναι στοχοποίηση και περιθωριοποίηση κάθε διαφορετικότητας και κάθε αδυνάμου, είναι λυντσαρίσματα, είναι τραυματισμοί και φόνοι. Σήμερα, στην Ελλάδα- και όχι μόνο- αμφισβητείται αυτό που ο πιο ώριμος από το σημερινό, μεταπολεμικός κόσμος κατάλαβε: ότι ο φασισμός- ναζισμός αποτελεί ένα ιδιαίτερο φαινόμενο, που συνδυάζει αντιδραστικό ρομαντισμό, δράση χωρίς σκέψη, βία, μίσος, θάνατο, υπακοή στον αρχηγό και που στο τέλος καταλήγει σε αιματοχυσία. Ότι για όλα αυτά λοιπόν πρέπει πάντα να ξεριζώνεται από το ίδιο το λαϊκό κίνημα. Το φασισμό δε, δεν τον ξερίζωσαν χάρη σε μια πολιτική “Γκάντι” αλλά χάρη στη θυσία και το αίμα εκατομμυρίων, που θα ζούσαν αν κάποιοι δεν επέλεγαν ως συμμάχους τα frei korps, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Όσο και να το θέλουν άλλωστε δεν υπάρχει αριστερή Κου- Κλουξ- Κλαν. Δεν υπάρχουν αριστερά πογκρόμ στις βίλες των βορείων προαστίων. Δεν υπάρχουν μαχαιρώματα καπιταλιστών. Και βεβαίως το γιαούρτωμα όσο ενοχλητικό ή κατακριτέο και αν είναι δεν πονάει όσο ο λοστός. Η βρισιά δε σκοτώνει όπως η μαχαιριά. Κανένα άλλο κόμμα πλην Χρυσής Αυγής δεν αποκαλεί κατηγορίες ανθρώπων ως σκουπίδια, ούτε καλεί στον αφανισμό τους. Κανένα άλλο κόμμα πλην Χρυσής Αυγής- μα κανένα- δεν προωθεί τη βίαιη ανατροπή της δημοκρατίας. Κανένα άλλο κόμμα δε λατρεύει τους ναζί ή εκείνους που παρέδωσαν τη μισή Κύπρο στην Τουρκία, προδίδοντάς την.

Δεν είναι ούτε αφελείς, ούτε αθώοι λοιπόν όσοι συμψηφίζουν με χυδαίο τρόπο αριστερά και φασίστες, ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ και Χρυσή Αυγή, την περιφρούρηση μιας απεργίας με τα πογκρόμ..

Ξέρουν πολύ καλά ποια είναι η δουλειά τους: να ανοίξουν διάπλατα την κερκόπορτα της δημοκρατίας ώστε να την περάσουν οι φασίστες αν τους χρειαστεί το κατεστημένο, προκειμένου να σταθεροποιηθεί. Τώρα ότι σε αυτό πρωταγωνιστούν και διάφοροι τυχοδιώκτες που είναι σε αναζήτηση κομματικής στέγης με θέα στην εξουσία εδώ και τουλάχιστον 10 χρόνια, ε τι να κάνουμε: υπήρξαν και χειρότεροι...

από το tvxs.gr
Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Τίποτα δεν πάει χαμένο…




ΘΥΜΙΟΣ ΚΑΛΑΜΟΥΚΗΣ 

Το σημείωμα που ακολουθεί το έστειλε ακροάτρια, χτες στο facebook. Το δημοσιεύω και εδώ για να λάβουμε γνώση όλοι.

« Αγαπητέ Θύμιο, με αφορμή ένα περιστατικό που μου συνέβη σήμερα σκέφτηκα να σου στείλω κάποιες σκέψεις μου. Μπορεί να μη τις διαβάσεις ή να μη τις δώσεις σημασία αλλά για μένα είναι σαν να γράφω σε ημερολόγιο.

Είμαι 29 χρονών άνεργη εδώ και ένα χρόνο περίπου. Είμαι ιστορικός αν και ποτέ δεν άσκησα το επάγγελμα (μας τρώνε τη δουλειά οι χρυσαυγίτες). Ερχόμενη αντιμέτωπη με την ανεργία λοιπόν πέρασα διάφορες φάσεις. Αρχικά είπα ωραία μετά από 6 χρόνια ευκαιρία να ξεκουραστώ και να κάνω “ανασυγκρότηση δίσκου”, αφού παίρνω και ταμείο σε πρώτη φάση τουλάχιστον θα μπορώ να χαλαρώσω. Αυτό κράτησε περίπου δύο μήνες. Στον τρίτο μήνα και αφού η αναζήτηση εργασίας δεν απέδιδε είπα ότι κάτι πρέπει να κάνω για να γεμίζω δημιουργικά το χρόνο μου. Σκέφτηκα λοιπόν ότι είναι ευκαιρία να ασχοληθώ με το επάγγελμά μου, ως ιστορικός όπως σου είπα, και ξεκίνησα να πηγαίνω σε ένα ιστορικό αρχείο που ανήκει σε κάποιο δήμο. Εκεί ο ρόλος μου ήταν ουσιαστικός θα έλεγα καθώς το αρχείο έχει έλλειψη προσωπικού. Αυτό το έκανα συστηματικά μέχρι και το καλοκαίρι που έφυγα για τη γενέθλια πόλη μου. Σήμερα αποφάσισα να ξαναπάω και ενημέρωσα τους εργαζόμενους εκεί για την επιστροφή μου. Ξύπνησα το πρωί πήρα τα λεωφορεία (το αυτοκίνητο το έχω παροπλίσει εννοείται) και μετά από 2ώρες ταξίδι έφτασα. Αυτό όμως που αντίκρισα ήταν μια ανακοίνωση ότι απεργούν μετά από απόφαση της ΚΕΔΚΕ. Ξαναπήρα τα ίδια λεωφορεία αντίστροφα αυτή τη φορά και μετά από 1,5 ώρα αυτή τη φορά επέστρεψα στο σπίτι μου.

Είμαι 29 χρονών επιστήμονας, από τους καλούς θεωρώ, και κανείς δεν μπήκε στον κόπο να με ενημερώσει για τη σημερινή κινητοποίηση έτσι ώστε να μην ξοδέψω ούτε τα λεφτά μου ούτε το χρόνο μου.

Η απαξίωση που νιώθω αυτή τη στιγμή ως άνθρωπος και που τη νιώθω όλο αυτό το διάστημα της ανεργίας είναι το πιο τοξικό συναίσθημα που έχω βιώσει ποτέ. Έχω πολλά να προσφέρω και κανείς δεν μου δίνει τη δυνατότητα. Πέρα από τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζω και που όλοι μας αντιμετωπίζουν σήμερα, νομίζω ότι το πιο σημαντικό ζήτημα που έχουν να διαχειριστούν οι σημερινοί άνεργοι είναι η αυτοεκτίμησή τους και η ψυχική τους υγεία γενικότερα. Η αίσθηση ότι είμαι άχρηστη, ανεπαρκής, ότι εγώ δεν κάνω κάτι καλά και είμαι σε αυτή την κατάσταση είναι κυρίαρχη. Διαφωνώ με τον εθελοντισμό κάθετα όμως νόμισα ότι έτσι θα αποκτήσει νόημα η καθημερινότητά μου. Έκανα λάθος και αυτό φάνηκε σήμερα που με ξέχασαν… Όπως μας έχει ξεχάσει η πολιτεία, το κράτος και σιγά σιγά όλοι. Νομίζω ότι μαζί με το επίδομα ανεργίας θα έπρεπε να παρέχονται και συνεδρίες σε ψυχολόγο για να μπορούμε να διαχειριστούμε την κατάσταση. Σε ζάλισα ενδεχομένως αλλά για μένα ήταν λυτρωτικό. Σε ευχαριστώ για το χώρο και το χρόνο σου και εύχομαι ότι καλύτερο και σε σένα και στον Αποστόλη.

Ραντεβού στους δρόμους, το μόνο αξιόπιστο ραντεβού…

Εύα»

Σήμερα στην εκπομπή βάλαμε το τραγούδι του Μάνου Λοΐζου, «Τίποτα δεν πάει χαμένο», τραγουδισμένο από Χαρούλα, Αλκίνοο και Μάλαμα. Ακούγοντας την καταπληκτική εκτέλεση, συνειδητοποίησα πως αυτό το τραγούδι αρέσει σε πάρα πολύ κόσμο, το έχουν τραγουδήσει εκατομμύρια στόματα, δισεκατομμύρια φορές… Συνειδητοποίησα ότι δεν είμαστε λίγοι. Αντιθέτως είμαστε πάρα πολλοί. Γιατί δεν είμαστε μόνο εμείς ως άνθρωποι στην δεδομένη ιστορική συγκυρία. 

Είμαστε τα τραγούδια που αγαπήσαμε, οι στίχοι που μας ενώνουν, τα συναισθήματά που βγαίνουν από τις στιγμές μας, οι αγωνίες μας, τα όνειρα και οι ελπίδες μας, ακόμη και η οργή μας. Μάλιστα τελειώνοντας η εκπομπή το είπα κιόλας, όπως το ένιωσα. Είμαστε πάρα πολλοί! (εννοούσα ποσοτικά). Δεν είπα ότι οι άλλοι, είναι πάρα πολύ λίγοι (εννοώ ποιοτικά).

Όταν γυρνούσες από το κλειστό Δημαρχείο, ήσουν μόνη σου με τις μαύρες σκέψεις σου, την απογοήτευσή σου, την στεναχώρια σου, την θλίψη σου. Αυτά δεν θα τα αποφεύγεις ακόμη και αν έχεις την καλύτερη δουλειά του κόσμου, ή την πιο καλοπληρωμένη. Είναι ανθρώπινα συναισθήματα που εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες. θα ακουστεί συνηθισμένο, αλλά δεν πειράζει. Δεν είσαι μόνη σου. Αν αυτό σου λέει κάτι. Ίσα ίσα, στις μέρες μας οι περισσότεροι νιώθουν, απογοητευμένοι, άχρηστοι, εκμηδενισμένοι, είτε έχουν είτε δεν έχουν δουλειά.

Όλη αυτή η κατάσταση ή θα σε ρίξει κάτω, ή θα σε πεισμώσει. Εμένα πάντα όποτε ένιωθα έτσι, ή περίπου έτσι με πείσμωνε. Με γέμιζε πολεμοφόδια, κουράγιο και βιασύνη να εξοντώσω τους φταίχτες. Μάλλον δεν εξόντωνα κανέναν, αλλά κατάφερνα να εξοντώσω την μιζέρια μου. Δεν είναι και λίγο. Αυτοτροφοδοτούμενη αισιοδοξία, μέσα από την μαυρίλα. Μεγάλη ανακάλυψη!

Δεν ξέρω αν μπορεί να συμβεί σήμερα, σε εσένα ή σε κάποιον άλλο. Ξέρω όμως ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Ειδικά σήμερα είναι το πρώτο βήμα.

Το τραγούδι άλλωστε του Λοΐζου με στίχους Ρασούλη, συνεχίζει… «τίποτα δεν πάει χαμένο στην χαμένη σου ζωή…»

ΥΓ. Εξομολόγηση. Για εμένα προσωπικά, (όπως λέμε), ο στίχος που «ακουμπούσα» περισσότερο είναι λίγο πιο κάτω…

«…Σκυφτός στα καφενεία, στους δρόμους σκεφτικός. Μα χτες μες την πορεία περνούσες γελαστός…»

Καλό, γερό και στέρεο πείσμα!

Θύμιος Κ.


Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ο Στέλιος Καζαντζίδης



Με αφορμή τη συμπλήρωση 11 χρόνων από το θάνατο του Στέλιου Καζαντζίδη, δημοσιεύουμε σήμερα παλαιότερο άρθρο από την ιστοσελίδα aformi, αφιερωμένο στον Στέλιο Καζαντζίδη και στο λαϊκό τραγούδι. Στο τέλος της ανάρτησης υπάρχουν, μεταξύ άλλων, μερικές από τις λιγότερο προβεβλημένες εκτελέσεις τραγουδιών του.







Στέλιος Καζαντζίδης: Ο τραγουδιστής των ηττημένων

«Αυτό που διαχωρίζει το λαϊκό τραγούδι, μέσα στη γενική εικόνα ενός έθνους και της κουλτούρας του, δεν είναι το καλλιτεχνικό γεγονός, ούτε η ιστορική καταγωγή, αλλά ο τρόπος που έχει να αντιλαμβάνεται τον κόσμο και την ζωή, σε αντίθεση με τις ισχύουσες αντιλήψεις της κοινωνίας»

Αντόνιο Γκράμσι


Ο Στέλιος Καζαντζίδης γεννήθηκε στις 29/8/1931 στον προσφυγικό καταυλισμό της Νέας Ιωνίας. Οι γονείς του, η μάνα του Γεσθημανή από τη Καππαδοκία και ο πατέρας του Χαράλαμπος από τον Πόντο ήταν πρόσφυγες που δούλευαν σαν καπνεργάτες. Παντρεύτηκαν στα Πετράλωνα και έζησαν στην Ν. Ιωνία, στο σπίτι που έχτισε με τα χέρια του ο Χαράλαμπος, οικοδόμος πια.

Ο πατέρας του εντάχθηκε στο ΕΑΜ και πλήρωσε αυτήν του την δραστηριότητα με τον άγριο ξυλοδαρμό του από τους φασίστες – δοσίλογους, με αποτέλεσμα σοβαρά προβλήματα υγείας που επέφεραν τον θάνατό του λίγο μετά την απελευθέρωση.

Ο ίδιος ο Καζαντζίδης αφηγείται:

« …κοίταξε, στην κατοχή η οικογένειά μου πέρασε δύσκολες στιγμές, όπως και όλος ο λαός. Το ψωμί ήταν λιγοστό και πανάκριβο. Οι άνθρωποι ξεπούλαγαν περιουσίες για ένα μπουκάλι λάδι. Οι μαυραγορίτες βέβαια θησαύρισαν. Έπιναν το αίμα του κοσμάκη… ο πατέρας μου είχε ιδέες αριστερές. Τον έκαναν υπεύθυνο της Εθνικής Τροφοδότησης Ανταρτών…κάτι Γερμανοτσολιάδες προδότες, τον έπιασαν και τον σακάτεψαν στο ξύλο. Αν μέναμε εκεί θα τον σκότωναν… ξεκινήσαμε για την Θεσσαλονίκη. Στον δρόμο, μπροστά στα μάτια μας οι χαφιέδες τον αποτελείωσαν. Έβγαζε αίμα από παντού, από το στόμα, τη μύτη, τ’ αυτιά. Χτύπησαν και την μητέρα μου. Έγκυο γυναίκα… γυρίσαμε στην Ν. Ιωνία. Η υγεία του πατέρα μου είχε κλονιστεί. Έκανε συνέχεια αιμοπτύσεις.»


Η πολιτική τοποθέτηση και ο θάνατος του πατέρα του θα σημαδέψουν την ζωή του και της υπόλοιπης οικογένειας , όχι μόνο συναισθηματικά αλλά και στο επίπεδο του κοινωνικού διωγμού και της οικονομικής εξαθλίωσης. Ο Σ. Καζαντζίδης για να μπορέσει να ζήσει την οικογένειά του δουλεύει από πολύ μικρή ηλικία σαν μικροπωλητής, οικοδόμος, βιομηχανικός εργάτης. Υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία στην Μακρόνησο.


Η ένταξή του, όπως και των γονιών του, στην εργατική τάξη του ανέπτυξε την ταξική συνείδηση και του καλλιέργησε τα αισθήματα της εργατικής αλληλεγγύης, στοιχεία που συναντιούνται στο έργο του όλα τα μετέπειτα χρόνια αλλά και διακρίνονται στην προσωπική του στάση ζωής (σύγκρουση με το κατεστημένο των δισκογραφικών εταιρειών και των κέντρων, αφοσίωσή του στον πόνο και τις ανάγκες του φτωχού λαού.)

Δεν σταμάτησε να ζει λαϊκά ακόμα και τις ημέρες της μεγάλης του οικονομικής και καλλιτεχνικής ακμής.

Ο Καζαντζίδης έγινε ο βασικότερος εκφραστής του λαϊκού τραγουδιού, που ξεκίνησε από τα μέσα της δεκαετίας του 50, και ο πιο αγαπητός – οικείος τραγουδιστής του λαού ( δεν είναι τυχαίο ότι ο κόσμος δεν τον αποκαλεί Καζαντζίδη αλλά Στελλάρα)

Στο κείμενο αυτό δεν θέλουμε να ασχοληθούμε με το καλλιτεχνικό φαινόμενο του Στέλιου Καζαντζίδη, αλλά με τον «πόλεμο» και την κριτική που γίνεται στο πρόσωπό του και τα τραγούδια που ερμήνευσε σαν τραγούδι της «κλάψας» και της «μιζέριας», που στην ουσία είναι πόλεμος και κριτική στο λαϊκό τραγούδι. Το λαϊκό τραγούδι που χτυπήθηκε από τη εποχή που γεννήθηκε όχι μόνο από την αστική τάξη αλλά απορρίφθηκε και από την Αριστερά (ΚΚΕ – ΕΔΑ ) και τους αριστερούς διανοούμενους της εποχής.

Αυτή η αντίληψη για το λαϊκό τραγούδι φτάνει μέχρι τις μέρες μας και σιγοντάρεται (μετά τη μεταπολίτευση) και από κάποιους πεφωτισμένους ρεμπετολόγους (μας έχει φάει η ειδίκευση, η δικτατορία των ειδικών) που θέλουν να το παρουσιάσουν σε αντιδιαστολή με το ρεμπέτικο τραγούδι καθώς και από κάποιους μικροαστούς «καλλιτέχνες» και διαπλεκόμενους μουσικούς παραγωγούς των ΜΜΕ που το απορρίπτουν συλλήβδην, ακόμα και αυτήν την «έντεχνη» μορφή του.

Σήμερα δεν υπάρχει περίπτωση να ακούσει κάποιος λαϊκά τραγούδια στο ραδιόφωνο (μικρές εξαιρέσεις ο «902» και κάποιοι ελάχιστοι μικροί – επαρχιακοί σταθμοί) και ειδικά στα κρατικά ραδιόφωνα ( η κυρία Μυτιληναίου έκοψε την λαϊκή ώρα του 2ου μετά τον θάνατο του Π. Γεραμάνη) αλλά και στα λεγόμενα έντεχνα-σοβαρά ( «Μελωδία») ενώ αρκετοί από αυτούς αρέσκονται σε τραγούδια ψευτοέντεχνα, δήθεν «κουλτουριάρικα».

«Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας
ποτέ δεν λένε την αλήθεια
ο κόσμος υποφέρει και πεινά
και σεις τα ίδια παραμύθια»
Δ. Σαββόπουλος



Αυτή η άποψη συναντιέται σήμερα και σε αρκετούς αριστερούς και κυρίως νεολαίους.
Ας δούμε όμως καταρχάς σε ποιες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες γεννιέται και εξελίσσεται το λαϊκό τραγούδι που πήγασε μέσα από το ρεμπέτικο σαν άρρηκτη συνέχειά του.

Αύγουστος του 1949. Τελειώνει ο εμφύλιος και το έπος των απλών αγωνιστών του ΔΣΕ, με τη νίκη των αστών και με 20.000 – 25.000 νεκρούς κομμουνιστές μαχητές, 7.000 – 8.000 περίπου άμαχους εκτελεσμένους κατά την διάρκεια του εμφυλίου, 56.000-60.000 φεύγουν κυνηγημένοι πολιτικοί πρόσφυγες, 1.000.000 «υποχρεωτικώς μετακινηθέντες» ( 15% του πληθυσμού και 20%-25% του αγροτικού πληθυσμού) στοιβάζονται στις παρυφές των πόλεων σε προσφυγικά παραπήγματα, έρμαια στην ασυδοσία των καπιταλιστών σαν φτηνά εργατικά χέρια και στην κρατική και παρακρατική τρομοκρατία, άγνωστος αριθμός παιδιών (κατά κάποιους αστούς υπολογίζονται μετριοπαθώς σε 20-25 χιλιάδες) «φιλοξενούνται» στα «παιδοχώρια» της πρόνοιας, τα πιο τυχερά ήσαν όσα μπόρεσαν να επανενωθούν με τις οικογένειές τους έστω στις άθλιες συνθήκες που αυτές επιβίωναν, τα υπόλοιπα βρέθηκαν από «υπηρέτριες από το χωριό» στις ευκατάστατες αστικές οικογένειες, μέχρι σύζυγοι υπερήλικων με την προίκα και την ευχή της Φρειδερίκης και τα αγόρια φθηνά εργατικά χέρια.

Το 1950 είχαμε δεκάδες χιλιάδες στα μακρονήσια , 2.289 καταδικασθέντες σε θάνατο, 16.783 σε ισόβια, 5.425 υπόδικους…

Η εργατική τάξη και ο υπόλοιπος λαός στην Ελλάδα δεν έχει πια αυταπάτες. Έζησε την ήττα από τους αστούς, πλήρωσε την επανάσταση με το αίμα των καλύτερων παιδιών της και ήξερε πάρα πολύ καλά ότι θα συνέχιζε να πληρώνει το τίμημα για πολλά χρόνια ακόμα. Ο εμφύλιος δεν σταμάτησε στα βουνά του Γράμμου, Οι ξυπόλητοι και αγράμματοι που τόλμησαν να αμφισβητήσουν την κυριαρχία των αστών θα το πληρώσουν ακριβά και το γνωρίζουν. Ξέρουν ότι δεν θα μπορέσουν εύκολα να σηκώσουν ξανά το κεφάλι τους και ότι είναι έρμαιο των πιο άγριων διαθέσεων των καπιταλιστών, και δεν είχαν καθόλου άδικο.
Αντιλαλούνε τα βουνά (Β. Τσιτσάνης – 1950)
Η οικονομική κατάσταση στην μετεμφυλιακή Ελλάδα


«Δυο δρόμοι την χωρίζουνε την κοινωνία ετούτη Και φέρνουν μαύρη συμφορά, η φτώχεια και τα πλούτη Της κοινωνίας η διαφορά φέρνει στο κόσμο μεγάλη συμφορά» Β. Τσιτσάνης 1949

 


Η ήττα της αριστεράς, η διάλυση του εργατικού κινήματος και ο πλήρης έλεγχός του από τα κρατικά – παρακρατικά όργανα, η ανοιχτή τρομοκρατία, ο ρεβανσισμός και το ταξικό μίσος των νικητών, θα εμποδίσουν την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος και της αντίστασης ακόμα και στο οικονομικό επίπεδο για πολλά χρόνια μετά τον εμφύλιο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα να μην πραγματωθεί με τους όρους που αυτή συντελείται στα υπόλοιπα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη. Η αστική τάξη προχωρά με γοργούς ρυθμούς στην ανάπτυξη του καπιταλισμού. Η βιομηχανική παράγωγη εκτοξεύεται μέσα σε λίγα χρόνια, ο κατασκευαστικός κλάδος επιδεικνύει παγκόσμιες πρωτιές, αναπτύσσεται με υψηλούς ρυθμούς ο ελληνικός εμπορικός στόλος, ανατρέπεται για πρώτη φορά το 1966 η σχέση μεταξύ βιομηχανικής και γεωργικής παραγωγής προς όφελος της πρώτης.. Η περίοδος 1950-1970 γίνεται η χρυσή περίοδο για την καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα. ( ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ μεταξύ 1962-1975 είναι 6,8% έναντι 4,2% της τότε ΕΟΚ). Να ποια είναι όμως η κατάσταση της εργατικής τάξης την αντίστοιχη περίοδο. Το μεροκάματο βρίσκεται στα 1950 στο 50% του προπολεμικού και φτάνει στα επίπεδα του 1938 το 1956. Η ανεργία είναι ο μεγάλος εφιάλτης φτάνοντας σε επίπεδα του 25% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, με ανυπαρξία επιδομάτων. Ορισμένα στοιχεία για το επίπεδο διαβίωσης των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων της περιόδου είναι ενδεικτικά της κατάστασης . 1957 – 58: 28% των οικογενειών συγκατοικεί με άλλες οικογένειες στο ίδιο σπίτι, το 32% των οικογενειών ζει σε ένα δωμάτιο, το 11% των σπιτιών έχει τρεχούμενο νερό, 27% ρεύμα και 2,5% λουτρό, η μέση κατανάλωση κρέατος είναι 23,5 κιλά τον χρόνο ανά άτομο. Σαν αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης έχουμε 1.500.000 μετανάστες την δεκαετία του 1960. Κοινωνία ένοχη (Χ. Κολοκοτρωνη – 1958) Κοινωνία ένοχη

Το λαϊκό τραγούδι και ο Στ. Καζαντζίδης

«…η τέλεια περιφρόνηση προς τον πλούτο,
έδωσε κουράγιο στους Έλληνες
να υπομείνουν τη φτώχεια τους»

Δ. Χαριτόπουλος

Σ’ αυτές λοιπόν τις συνθήκες ή καλύτερα θα λέγαμε, μέσα από αυτές τις συνθήκες, γεννιέται το λαϊκό τραγούδι την δεκαετία του 50.

Ας δούμε όμως μέσα από τα ίδια τα τραγούδια και κυρίως τα τραγούδια του κύριου εκφραστή του λαϊκού τραγουδιού του Στέλιου Καζαντζίδη, πως εκφράζεται η κοινωνική κατάσταση που περιγράψαμε πιο πάνω.

Ο Καζαντζίδης ξεκινά την καριέρα του στα χνάρια της φωνής του Πρόδρομου Τσαουσάκη (μεγάλο τραγουδιστή του ρεμπέτικου και κυρίως του Τσιτσάνη) και τα πρώτα χρόνια τα τραγούδια που ερμηνεύει ανήκουν στο είδος που έχουμε συνηθίσει να λέμε ρεμπέτικο ( το γράφω με αυτό τον τρόπο γιατί η κατηγοριοποίηση του τραγουδιού σε ρεμπέτικο, λαϊκό και έντεχνο είναι εντελώς σχηματική και μερικές φορές κακόβουλα προσπαθούν μερικοί να τα παρουσιάσουν σε αντιπαράθεση).

Ο Καζαντζίδης όμως δεν συμφωνεί με την περιθωριοποίηση που εκφράζει μια μερίδα του ρεμπέτικου. Δεν θέλει τα τραγούδια του να απευθύνονται και να μιλάνε για το περιθωριοποιημένο κομμάτι του λαού. Επειδή ήταν αριστερός και με αναπτυγμένη ταξική συνείδηση, συνειδητά επιλέγει να εκφράσει τα προβλήματα και το κλίμα της εποχής. Έτσι συμβάλλει καθοριστικά στην διαμόρφωση του ρεμπέτικου σε λαϊκό, μια διαδικασία που έχει ήδη ξεκινήσει από τον Β. Τσιτσάνη .

Ο Καζαντζίδης με την απήχηση που έχει η φωνή του αλλά και η επιμονή και συνέπειά του στο να επιλέγει να τραγουδά για τον λαό και τα προβλήματά του δημιουργούν ένα ρεύμα. Σχεδόν όλοι οι συνθέτες γράφουν τραγούδια στο «στυλ Καζαντζίδη» και αρκετοί τραγουδιστές ακολουθούν τα πατήματα της φωνής του αλλά και της θεματολογίας των τραγουδιών του.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτών των τραγουδιών, ιδιαίτερα τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια, είναι όπως προείπαμε το μαύρο χρώμα. Μιζέρια, ηττοπάθεια και κλάψα θα πουν μερικοί, και ίσως ακόμα περισσότερα ακούγοντας το πεισιθανάτιο τραγούδι του « Θέλω να πεθάνω»

« θέλω να πεθάνω για να μην πονώ.
μα ποιος θα κοιτάξει το φτωχόσπιτό μου
όταν θ’ απομείνει έρμο κι ορφανό;
Έχω μανούλα κι αδελφές
γυναίκα και παιδάκια
κι αν κλείσω τα ματάκια μου
θα μείνουν στα σοκάκια
Δεν περνάει μέρα να μην πικραθώ
Όλα πια τα βάρη πέσανε σε μένα
και στα δυο μου πόδια πως να κρατηθώ»



Να όμως τι λέει ο στιχουργός του τραγουδιού Κώστας Βίρβος για το τραγούδι:

«Χάλασε κόσμο. Είναι η κραυγή ενός εξαθλιωμένου ανθρώπου στη σκληρή μετεμφυλιακή πραγματικότητα. Είναι αλήθειες που ζήσαμε και βιώσαμε…».

Ο Νέαρχος Γεωργιάδης, μελετητής του λαϊκού τραγουδιού γράφει χαρακτηριστικά:

«…το μαύρο χρώμα, η απαισιόδοξη διάθεση το πεισιθανάτιο ύφος δεν ήταν κάτι το αυθαίρετο, που ο στιχουργός επέβαλε στο λαϊκό γούστο. Ήταν κάτι που ξεκινούσε από την κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων κι ο στιχουργός το μορφοποίησε και το πέρασε μέσα στο τραγούδι. Οι εργάτες, οι αγρότες και πού απελπισμένοι μικροαστοί είδαν σ’ αυτά τα τραγούδια τον εαυτό τους, για αυτό και τα αποδέχτηκαν σαν τρόπο έκφρασής τους».

Τι θα έγραφαν λοιπόν οι λαϊκοί στιχουργοί και τι θα τραγουδούσαν οι λαϊκοί τραγουδιστές;
Σαν τον πουλημένο σκλάβο (Σ. Καζαντζίδης – 1958)


Και αυτή η διαδικασία ήταν συνειδητή απ την μεριά των δημιουργών:

« Τι σημαίνει για σας κ. Καζαντζίδη ο όρος λαϊκός τραγουδιστής;
Λαϊκός τραγουδιστής είναι αυτός που εκφράζει τα προβλήματα, τα παράπονα και τις αγωνίες του απλού κόσμου. Πρέπει να βγάζει από μέσα του πόνο για να απαλύνει τον πόνο αυτών που τον ακούνε. Γιατί κακά τα ψέματα λαϊκό τραγούδι σημαίνει πόνος. Τα κάτω στρώματα είναι πάντα αδικημένα και πονεμένα. Γι’ αυτό λαϊκός τραγουδιστής σημαίνει να γίνεσαι προσιτός στη μάζα, σε αυτούς που για διάφορους λόγους δεν είχαν την τύχη να μάθουν πέντε γράμματα… ο στόχος ο δικός μου, όταν λέω ένα τραγούδι, είναι αυτός που πίνει το κατοσταράκι το κρασί με τη μαριδούλα, την ντοματούλα και τη φέτα. Γι αυτούς τραγούδησα. Ο κόσμος στον οποίο απευθύνομαι εγώ δεν έχει μεγάλες οικονομικές δυνατότητες. Εγώ τραγουδάω για τη φτώχεια. Άλλοι είναι οι άνθρωποι που πάνε στα μαγαζιά και έχουν δυνατότητες να καίνε, να σπάζουν, να χαλάνε, να πληρώνουν μπουκάλια, να χύνουν σαμπάνιες. Δεν είμαι εγώ αυτής της τάξεως τραγουδιστής. Και γι’ αυτό δεν πάω στα κέντρα. Πώς ν’ αναγκάσω τον κοσμάκη το δικό μου να κόψει το ψωμί του για να ‘ρθει να μ’ ακούσει;»

Εγώ είμαι ένας τραγουδιστής του έρωτα και της ζωής
τραγουδάω για τη φτώχεια για την ξενιτιά
και για τους ερωτευμένους που ‘χουνε φωτιά
Του λαού τα ντέρτια λέω, κι όταν τραγουδάω κλαίω
γιατί είμαι πονεμένος και στη φτώχεια γεννημένος
Εγώ είμαι ένας τραγουδιστής του έρωτα και της ζωής
μ’ αγαπούν οι πονεμένοι που ‘χουνε ψυχή
κι όλοι οι αδικημένοι μέσα στη ζωή
Του λαού τα ντέρτια λέω κι όταν τραγουδάω κλαίω
γιατί είμαι πονεμένος και στη φτώχεια γεννημένος”



Κατά μία άποψη η διαφωνία με τα τραγούδια του Καζαντζίδη και η γκρίνια για τραγούδια της κλάψας δεν έχει να κάνει τόσο με την θεματολογία του στίχου αλλά με το «ανατολίτικο» στοιχείο των τραγουδιών. Ας μην λησμονούμε άλλωστε ότι και για κομμάτια της Αριστεράς (επίσημης και μη) η δυτικότροπη τέχνη ήταν πάντα σε μεγαλύτερη εκτίμηση σε σχέση με τις επιρροές της Ανατολής. Ίσως γιατί στη δύση έβλεπαν την ανάπτυξη του καπιταλισμού και την ολοκλήρωση των αντικειμενικών συνθηκών για την επανάσταση.

Μήπως όμως το λεγόμενο «έντεχνο λαϊκό» τραγούδι δίνει την απάντηση για το πως θα έπρεπε να ήταν το λαϊκό τραγούδι;

Καταρχάς θα πρέπει να δούμε ότι το «έντεχνο» που ξεκίνησε από τον Θεοδωράκη στα τέλη της δεκαετίας του ’50 επηρεάστηκε έως διαμορφώθηκε από τους πρωτεργάτες του λαϊκού τραγουδιού (Χιώτη, Καζαντζίδη, Μπιθικώτση, Ζαμπέτα). Αρκεί να θυμίσουμε ότι η πρώτη κυκλοφορία του «Επιτάφιου» που έγινε με ενορχήστρωση του Χατζιδάκη και ερμηνεύτρια την Μούσχουρη πέρασε εντελώς απαρατήρητη, μέχρι να έρθει η καθοριστική παρέμβαση του Χιώτη και η φωνή του Μπιθικώτση να απογειώσουν το ίδιο έργο και να φτάσει στα χείλη του κόσμου.

Ακόμα όμως και τα τραγούδια του Θεοδωράκη τα πρώτα χρόνια έχουν την ίδια θεματολογία και «μιζέρια» του λαϊκού τραγουδιού. Ας θυμηθούμε τα «Βρέχει στην φτωχογειτονιά», «Δόξα τω θεώ», «Το Σαββατόβραδο», «Δραπετσώνα», «Παράπονο». «Βράχο-βράχο», «Μετανάστης»… και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς.

Η «αντίρρηση» όμως των λαϊκών συνθετών-στιχουργών για τα έντεχνα τραγούδια είναι το ότι οι στίχοι αυτοί δεν γίνονται κατανοητοί από τον απλό κόσμο. Και αυτό γιατί και οι ίδιοι παρ’ όλο που συμμετείχαν σ’ αυτήν την διαδικασία, δεν μπορούσαν να κατανοήσουν αυτά που τραγουδούσαν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Μπιθικώτσης ο οποίος, στην αρχή της συνεργασίας του με τον Θεοδωράκη, όταν έλεγε τα τραγούδια αυτά στο κέντρο γύρναγε στους οργανοπαίχτες και έλεγε « τι κάθομαι και λέω ρε Καρανικόλα (μπουζουξής). Μπορείς εσύ να μου πεις τι λένε αυτά τα τραγούδια;»

Τα όνειρα που μένουνε
μονάχα μες στη σκέψη
κανείς μην τα πιστέψει
τα σβήνει η ζωή.
Τα όνειρα που χτίζονται
κι αντέχουνε στο χρόνο
υφαίνονται με πόνο
χωρίς αναπνοή.
Είναι τόσο σκληρός ο αγώνας
μα τόσο γλυκός,
είναι τόσο μεγάλη η ζωή
όταν ζεις διαρκώς,
κι έτσι φτάνεις στο τέρμα
χωρίς να ‘χεις νιώσει μικρός
και παλεύεις, πεθαίνεις, περνάς
μα δεν είσαι νεκρός.
Τα όνειρα που παίρνουνε
για λίγο το μυαλό μου
μερώνουν τον καημό μου
μια τόση δα στιγμή.
Στα όνειρα που χτίζονται
το είναι μου κι αν δώσω
αξίζει να ΄ναι τόσο
βαριά η πληρωμή.

Ακόμα και όταν ο Καζαντζίδης ερμηνεύει το παραπάνω τραγούδι του Άκη Πάνου «Τα όνειρα που χτίζονται» δεν αισθάνεται ότι απευθύνεται στο κόσμο με τον τρόπο που αυτός θέλει, μερικά χρόνια μετά δηλώνει :

«… ο κοσμάκης έχει τόσα προβλήματα και σκοτούρες στο κεφάλι του. Ο Καζαντζίδης λοιπόν δεν πρέπει να τον κουράζει με τα τραγούδια του. Να ψάχνουν να βρουν τα μηνύματα που κρύβει ο στίχος. Πολλοί από αυτούς που αγαπούν τα τραγούδια μου είναι αγράμματοι εντελώς ή του δημοτικού. Γι’ αυτό προτιμώ να τραγουδώ τις αλήθειες της ζωής απλά, με σταράτα και καθαρά λόγια. Δεν είναι τυχαίο ότι «Τα όνειρα που χτίζονται», που χωρίς αμφιβολία είναι ένα σπουδαίο τραγούδι, δεν πέρασε στο κόσμο όσο τα υπόλοιπα του Πάνου που είπα, όπως το «Η ζωή μου όλη», «Άιντε να περάσει η μέρα»…».



«… τη δουλειά τους την κάνουν καλά αλλά δεν κάνουν λαϊκό τραγούδι. Είναι άνθρωποι που έχουν σπουδάσει μουσική, κάνουν σωστές ενορχηστρώσεις, αλλά δεν απευθύνονται στη μάζα, δεν είναι τραγούδια του λαού. Κι όχι γιατί χρησιμοποιούν διαφορετικά όργανα ή άλλους ρυθμούς… Ο Σαββόπουλος είναι λαϊκός τραγουδιστής. Δεν ξέρω αν το γνωρίζει κι ο ίδιος. Τα τραγούδια του είναι λαϊκότατα…Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά έχει ανάγκη ο κόσμος από κοινωνικό τραγούδι. Τώρα χρειάζεται να βγει ένας τραγουδιστής να τραγουδήσει τον σημερινό πόνο του Έλληνα. Την ακρίβεια και τα άλλα προβλήματα που υπάρχουν. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν υπάρχει και αναγκάζεται να ακούει, από την πλύση εγκεφάλου που του γίνεται, διάφορες βλακείες, για να ξεδώσει λίγο» (Καζαντζίδης)
Δεν παραγνωρίζουμε βέβαια ότι αυτές οι δηλώσεις κρύβουν κάποια δόση υπερβολής και εάν θέλετε και ένα παράπονο για τον παραγκωνισμό και την κατά κάποιο τρόπο αχαριστία που δέχτηκαν οι συντελεστές του λαϊκού τραγουδιού από τους δημιουργούς του «έντεχνου». Αχαριστία όχι τόσο προς τα πρόσωπα αλλά κυρίως προς το ίδιο το λαϊκό τραγούδι, φτάνοντας μέχρι του σημείου, κάποιοι από αυτούς, να το κατηγορούν ανοιχτά.

Το λαϊκό τραγούδι σήμερα

Ένα ερώτημα που απασχολεί τον κόσμο που αγαπά το λαϊκό τραγούδι είναι εάν υπάρχει σήμερα λαϊκό τραγούδι και εάν είναι δυνατόν να εκφράσουν σήμερα τα παλιά λαϊκά τραγούδια ,που για πολλούς έχουν ξεπερασμένη φόρμα και θεματολογία.

Η απάντηση δεν είναι εύκολη και σίγουρα δεν μπορεί να δοθεί στα πλαίσια αυτού του κειμένου, όμως μπορούμε να θίξουμε ένα-δυο ζητήματα σχετικά μ’ αυτό.

Δεν μπορεί κανείς ν’ αμφισβητήσει ότι η σημερινή εποχή ελάχιστη σχέση έχει με την εποχή του ’50-’60 που αναπτύχθηκε το λαϊκό τραγούδι. Η αλλαγή αυτή όμως δεν έχει να κάνει με την κατάργηση της καταπίεσης και των προβλημάτων για την εργατική τάξη αλλά με τον τρόπο που αυτά τα προβλήματα εκδηλώνονται σήμερα και πώς αυτά κατανοούνται από το ίδιο το υποκείμενο και κατ’ επέκταση πως αυτό αντανακλάται στους δημιουργούς του τραγουδιού.

Δεν υπάρχει και σήμερα υψηλή ανεργία, αβεβαιότητα για το μέλλον, ανέχεια στους νεολαίους των 700€, μετανάστευση, εξαντλητικά ωράρια εργασίας, τρομοκρατία στους χώρους δουλειά;



Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι ότι δεν υπάρχουν τα προβλήματα αλλά μάλλον το ότι ο σημερινός εργάτης – εργαζόμενος , για λόγους που είναι λίγο πολύ γνωστοί, θεωρεί ότι αυτά τα προβλήματα θα τα ξεπεράσει με ατομικές λύσεις, δεν θέλει να αποδεχτεί την ταξική του θέση (πόσο μάλλον να αισθάνεται περήφανος γι’ αυτήν), να τα μοιραστεί με τους όμοιούς του. Νομίζει ότι με μια κάρτα ή ένα δάνειο θα καταφέρει να τα κρύψει κάτω από το χαλάκι. Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει από εργάτες και απλό κόσμο την άποψη «δεν θέλω να ακούω τραγούδια κλαψιάρικα, μου φτάνουν τα προβλήματά μου, θέλω ν’ ακούσω κάτι χαρούμενο για να ξεδώσω».

Για να θυμηθούμε τα λόγια του Γκράμσι που αναφέρονται στην αρχή του άρθρου, εκείνο που έχει αλλάξει είναι ο τρόπος που αντιλαμβάνεται ο κόσμος, και κατ’ επέκταση το λαϊκό τραγούδι, την πραγματικότητα.

Καθαριστικό ρόλο στην διαμόρφωση μιας τέτοιας συνείδησης παίζουν τα ΜΜΕ και τα πρότυπα ζωής που δημιουργούν και ειδικότερα όσον αφορά το ζήτημα του τραγουδιού οι δισκογραφικές εταιρείες και τα παρακλάδια τους (μουσικοί παραγωγοί, μουσικά ραδιόφωνα) οι οποίες θάβουν συνειδητά την όποια προσπάθεια γίνεται για την παραγωγή σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού. Σ’ αυτή την λογική έχουν καταφέρει να αλλοιώσουν και την αισθητική του κόσμου σχετικά με την μουσική. Το λαϊκό θεωρείτε από πολλούς «βαρύ» και προτιμούν τις εύπεπτες μπαλαντούλες των κάθε λογής Πλούταρχου, Αλεξίου…

Βέβαια σημαντικό μερίδιο ευθύνης έχουν και οι σύγχρονοι δημιουργοί που έχουν σε μεγάλο βαθμό και εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, αφομοιωθεί από το σύστημα.
« τα λαϊκά τραγούδια δεν γράφονται όταν αράζεις την Mercedes στο παρκινγκ του στούντιο και ανεβαίνεις επάνω για να ηχογραφήσεις»

Β. Τσιτσάνης

Και βέβαια λαϊκό τραγούδι δεν μπορεί να θεωρηθεί τα δήθεν «κουλτουριάρικα» τραγούδια που θέλουν κάποιοι να βαφτίσουν σαν «έντεχνα». Πέστε μου τι καταλαβαίνετε λ.χ. από το :

«Να μπορούσα στα σύννεφα
να ‘χα εγώ βενζινάδικο
στο κενό να κινδύνευα
για τ’ αστέρι μου τ’ άδικο»
ή από το

«Να βάλω τα μεταξωτά και να φυσάει
στα εργοστάσια μπροστά και στα σκουπίδια πλάι
να μπερδευτώ με τους εργάτες
να πω τον πόνο μου στις γάτες
και στη φουφού του καστανά
στάχτη να γίνεις σατανά»

Το 1989 ο Καζαντζίδης κυκλοφορεί το LP «Ότι δεν είπα» με επανεκτελέσεις παλιών λαϊκών τραγουδιών, να πως εξηγεί το γιατί:

« – Κύριε Καζαντζίδη πως αποφασίσατε να κάνετε αυτούς τους δίσκους με τα παλαιότερα τραγούδια; Δεν βρίσκατε σύγχρονο ρεπερτόριο που να καλύπτει τις ανάγκες σας;
- Και αυτό που λες είναι σωστό. Θα σου πω ένα παράδειγμα. Τα τελευταία χρόνια τηλεοράσεις, εφημερίδες και ραδιόφωνα βουίζουν, ασχολούνται καθημερινά με τη λαθρομετανάστευση. Έχουν έρθει στα χέρια μου, θα έλεγα, χιλιάδες στίχοι… ε λοιπόν, ούτε ένας δεν αναφέρεται στους λαθρομετανάστες και στα προβλήματά τους. Ένα τόσο καυτό και επίκαιρο κοινωνικό θέμα δεν απασχολεί κανένα δημιουργό. Είναι να απορεί κανείς.»

Όσον αφορά το παλιό λαϊκό τραγούδι πιστεύω ότι μπορεί να υποκαταστήσει το κενό που υπάρχει σήμερα στην λαϊκή μουσική μπορεί να αγγίξει την σημερινή νεολαία και τους εργαζόμενους, όχι γιατί περιγράφει τα προβλήματα τους και τις ανάγκες τους, αλλά γιατί αναδεικνύει την ομορφιά της πραγματικής και όχι μιας ψεύτικης «δήθεν» ζωής», μπορεί να τους συντροφεύει στις δύσκολες στιγμές αλλά και σε μια περήφανη και αγωνιστική στάση ζωής.

Σωτήρης Οι.

Υ.Γ.

1. Το ότι ασχολούμαστε με τον Στ. Καζαντζίδη δεν έχει να κάνει με μια προσπάθεια θεοποίησής του αλλά γιατί όπως αναφέρθηκε αποτελεί τον κύριο εκφραστή του λαϊκού μας τραγουδιού και γιατί ήταν συνεπής μέχρι τέλους σ’ αυτά που πρέσβευε. Δεν παραγνωρίζουμε βέβαια ορισμένες υπερβολές στα λεγόμενά του αλλά και τις αδυναμίες του χαρακτήρα του.
2. Ο τίτλος και το ίδιο το κείμενο είναι εμπνευσμένα από το πολύ καλό, κατά την γνώμη μας, βιβλίο το Γιώργου Αλεξάτου «Το τραγούδι των ηττημένων. Κοινωνικές αντιθέσεις και λαϊκό τραγούδι στη μεταπολεμική Ελλάδα» Εκδόσεις Γειτονιές του κόσμου (2006).


Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Έκτακτη είδηση! Ο Δ.Καζάκης και πάλι στο ραδιόφωνο!



Η ΕΚΠΟΜΠΗ ΑΕ και πάλι στα FM από Δευτέρα έως Παρασκευή.

Μτά από 7 μήνες επιβεβλημένης σιωπής η ΕΚΠΟΜΠΗ ΑΕ βρήκε τελικά ραδιοφωνική στέγη. Από την Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου ξενικά πάλι την διαδρομή της στο Ράδιο ART FM (90,6). Αυτήν την Παρασκευή η εκπομπή θα μεταδοθεί ζωντανά 1-2 μ.μ., αλλά σύντομα θα μεταδίδεται κανονικά 12-2 μ.μ. από Δευτέρα έως Παρασκευή.


Οι συντελεστές της εκπομπής θα είναι η Γεωργία Μπάστα, ο Δημήτρης Καζάκης και ο Μάνος Κακλαμάνος σε ρόλο guest star. Αυτή την φορά η ΕΚΠΟΜΠΗ ΑΕ υπόσχεται να βάλει φωτιά όχι μόνο στα ερτζιανά, αλλά σ' ολόκληρη την κοινωνία.
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

ΒΕΣΤΦΑΛΙΑ: Γερμανοί ναζί χτύπησαν Έλληνες μικροπωλητές!

Στην πόλη Ντέτμολντ της Bεστφαλίας, δύο Έλληνες μετανάστες 35 και 51 ετών έπεσαν θύματα ρατσιστικής βίας από νεαρούς νεοναζί.

Σύμφωνα με μαρτυρίες οι δύο Έλληνες μετανάστες πουλούσαν εφημερίδες στους δρόμους της πόλης όταν περικυκλώθηκαν από ομάδα νεαρών ακροδεξιών οι οποίοι τους ζήτησαν να τους δείξουν αν έχουν άδεια να πουλάνε εφημερίδες. Μια τακτική παρόμοια με αυτή που εφαρμόζουν τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής στη χώρα μας και δείχνει ότι πρόκειται για κοινή γραμμή των ναζιστικών κομμάτων να δρουν με αυτόν τον τρόπο.

Η ομάδα των νεαρών μελών του κόμματος NDP στη συνέχεια ξυλοκόπησε τους δύο Έλληνες κατηγορώντας τους πως πούλαγαν παράνομα εφημερίδες προκαλώντας νέες ανησυχίες στην κοινότητα των μεταναστών μιάς και το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν τα κρούσματα ρατσιστικών επιθέσεων από νεοναζί.

ΠΗΓΗ: radar.gr
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

Πήγαν να "φάνε" τον Βαξεβάνη!


Πηγή: http://www.koutipandoras.gr

ΕΝΕΔΡΑ

του Κώστα Βαξεβάνη

Υπάρχει ένας ασφαλής τρόπος να πεις την αλήθεια όταν υπάρχουν πράγματα που σε μπερδεύουν ή που σε φοβίζουν. Να πεις τα γεγονότα. Στα γεγονότα συμπεριλαμβάνεται (δυστυχώς για κάποιους) και η βεβαιότητα που αποκτάς ξαφνικά, όταν απέναντί σου υπάρχει κάποιος που αντιλαμβάνεσαι πως είναι αυτός που είναι εκεί για να σε σκοτώσει.

Στην δουλειά μου, λόγω της φύσης της κινδύνευσα αρκετές φορές. Δεν το δημοσιοποίησα ποτέ γιατί αυτό δεν αφορά τον κόσμο. Τον κόσμο τον αφορά η είδηση και όχι πώς την βγάζεις. Θεωρώ ανόητο κάποιος δημοσιογράφος να κάνει αυτορεπορτάζ με το πόσο κινδυνεύει. Είναι το ίδιο ανόητο με το να ακούς κάποιον εναερίτη της ΔΕΗ, την ώρα που περνάς κάτω από την κολώνα που είναι σκαρφαλωμένος να φωνάζει «κινδυνεύω, κινδυνεύω». Το λογικότερο είναι να τους πεις «κάνε καμιά άλλη δουλειά, ρε φίλε».

Οι λόγοι που δημοσιοποιώ για πρώτη φορά τι μου συνέβη, είναι γιατί δεν αφορά μόνο εμένα και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο από εμένα. Είναι η λειτουργία ενός παρακράτους που προσπαθεί να επιβληθεί ως νομοτελειακή λειτουργία της αγριότητας των ημερών. Μέχρι που να πιστέψουμε πως πρέπει να κρυφτούμε στα σπίτια μας, να μην ακούμε και κυρίως να μην μιλάμε ακόμη και όταν βλέπουμε.
Όπως όλοι οι άνθρωποι, φοβάμαι. Μόνο οι βλάκες δεν φοβούνται. Και αυτό που φοβάμαι είναι πως αν την Κυριακή για καλή μου τύχη δεν έμενα από λάστιχο με τη μηχανή και δεν είχα ένα σκυλί που μ’ αγαπούσε πολύ, ίσως να μην ζούσα.

Ας πάμε στα πραγματικά γεγονότα.
Ζω σε ένα απομονωμένο σπίτι στην Άνοιξη με 3 σκυλιά. Το πρωί του Σαββάτου τα σκυλιά άρχισαν να γαβγίζουν έντονα. Βγήκα στη βεράντα του σπιτιού και είδα ένα ζευγάρι (άντρας και γυναίκα) να κοιτάει το σπίτι. Τους ρώτησα από μακριά αν θέλουν κάτι. Γύρισαν χωρίς να πουν κουβέντα και έφυγαν.

Το μεσημέρι του Σαββάτου η μηχανή με την οποία μετακινούμαι έπαθε λάστιχο. Δεν ήξερα την ώρα που έβριζα γι αυτή μου την ατυχία, πόσο τυχερός ήμουν. Άφησα την μηχανή σε ένα βουλκανιζατέρ που είχε όμως κλείσει στη γειτονιά. Το βράδυ πήγα με την παρέα μου σε ένα ουζερί που συχνάζω στη Δροσιά. Λίγες ώρες αφού συνέβησαν όλα, τρεις διαφορετικοί άνθρωποι με ενημέρωσαν πως το βράδυ εκείνο έξω από το ουζερί πέρασε αρκετές φορές μια μηχανή με αναβάτη κάποιον τύπο με μαύρο μπουφάν μηχανής, σκούρο κράνος και μεγάλο τσαντάκι στη μέση. Αυτοί που τον εντόπισαν ήταν μαγαζάτορες που φοβήθηκαν πως μπορεί αυτός ο τύπος να ήταν κάποιος ληστής. Την ώρα όμως που συνέβαινε αυτό, δεν το ήξερα.

Στη μιάμιση περίπου το βράδυ, έφυγα από το ουζερί με κάποιον φίλο ο οποίος προθυμοποιήθηκε να με πάει σπίτι. Λίγο πριν στρίψουμε για το στενό που βγάζει στο σπίτι μου, διακρίναμε δύο αυτοκίνητα να είναι παράλληλα στο δρόμο, στραμμένα προς την κατεύθυνσή μας μπλοκάροντας το πέρασμα. Ζήτησα από το φίλο μου να συνεχίσει αντί να στρίψει. Στρίψαμε από το επόμενο στενό αλλά δεν σταματήσαμε στο σπίτι. Συνεχίσαμε ώστε να βρεθούμε πίσω από τα αυτοκίνητα και να δούμε ποιοι ήταν αυτοί. Τα αυτοκίνητα όμως είχαν φύγει.
Πήγα λοιπόν στο σπίτι, αρκετά ανήσυχος για την ασυνήθιστη «κινητικότητα» στην περιοχή μου. Μπήκα στο σπίτι χωρίς να ανάψω φώτα και αφού πίστεψα ή μάλλον θέλησα να πιστέψω πως τίποτα δεν συμβαίνει, κοιμήθηκα.

Στις 04:40 τα ξημερώματα ένα από τα σκυλιά, άρχισε να γαυγίζει με μανία, αλλά να παραμένει έξω από την πόρτα αντί να κινηθεί μέσα στον κήπο μου. Βγήκα πολύ προσεκτικά στον κήπο φροντίζοντας να κινούμαι στα πιο σκοτεινά σημεία του. Ήταν μια τεράστια ανοησία που όμως μπορεί και να με έσωσε.

Φτάνοντας στη μέση του κήπου είδα αυτό που πολλές φορές έχω σκεφτεί ότι μπορεί να συμβεί. Είναι αδύνατο όμως να το αντιμετωπίσεις όταν συμβαίνει. Ένας ψηλός άντρας ήταν στο πάνω μέρος του οικοπέδου. Εκτεθειμένος προς την μεριά του σπιτιού, αλλά καλά προστατευμένος από το βλέμμα αυτού που θα έμπαινε στο σπίτι. Ήταν καθισμένος στο παρτέρι, ακούνητος, στωικός σχεδόν, με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο της πόρτας.

Επέστρεψα προσεκτικά στο εσωτερικό τους σπιτιού και κάλεσα το 100. Στις 04:51, είπα στην τηλεφωνήτρια της Άμεσης Δράσης τι συμβαίνει ποιός είμαι, ποιά είναι η διεύθυνση και διευκρίνισα πως είχα οπτική επαφή με τον εισβολέα, ο οποίος όμως δεν με είχε δει.
Αμέσως μετά τηλεφώνησα στο γείτονά μου, του είπα τι συμβαίνει και του ζήτησα να είναι σε ετοιμότητα μέχρι να φτάσει η Αστυνομία. Λίγα λεπτά αργότερα, άκουσα θόρυβο έξω από την πόρτα, κλαδιά να σπάνε και το σκυλί να γαβγίζει μανιασμένα. Δεν ήξερα αν κάποιοι αποχωρούν ή κάνουν επίθεση εναντίον μου.

Κατέβηκα στον κάτω όροφο για να μπορώ να φύγω αν χρειαστεί. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, δύο άτομα άρχισαν να τρέχουν μπροστά από το παράθυρο, κατευθυνόμενοι προς το κάτω μέρος του οικοπέδου. Σκαρφάλωσαν τα κάγκελα και έφυγαν από το σημείο ακριβώς που στεκόταν το ζευγάρι που παρακολουθούσε το σπίτι το προηγούμενο πρωί. Άνοιξα την πόρτα και δύο ακόμη άτομα πετάχτηκαν από τον κήπο ακολουθώντας τους προηγούμενους δύο.

Άρχισα να φωνάζω και οι γείτονες βγήκαν στα μπαλκόνια. Βγήκα από το σπίτι και συναντήθηκα μαζί τους στον δρόμο. Μετά από μερικά λεπτά ήρθε το 100 και αμέσως μετά ένα συμβατικό αυτοκίνητο της Ασφάλειας. Οι άντρες της Ασφάλειας μου είπαν πως επί αρκετή ώρα έψαχναν το σπίτι γιατί το Κέντρο τους είχε δώσει τον αριθμό 4, ενώ εγώ μένω στο 8 και βέβαια ανέφερα το 8 ως αριθμό του σπιτιού μου. Τα υπόλοιπα είχαν αρκετή αγωνία αλλά δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Στις 7 πμ, όταν είχε ξημερώσει, βγήκα στον κήπο και άρχισα να φωτογραφίζω σπασμένα κλαδιά, πατήματα και να αναζητώ οποιοδήποτε στοιχείο. Έφτασα ως την είσοδο, όπου διέκρινα πως στο σημείο που στεκόταν ο εισβολέας που είχα δει, ένα μικρό παράθυρο του γείτονα ήταν ανοιχτό. Υπέθεσα πως όταν έφτασε η Αστυνομία μπήκε από εκεί στο διπλανό σπίτι γιατί δεν προλάβαινε να φύγει. Ξανακάλεσα την αστυνομία για να ερευνήσει το διπλανό σπίτι όπου μένει ένας άρρωστος ηλικιωμένος. Η αστυνομία έφτασε για δεύτερη φορά με μεγάλες δυνάμεις πια και ερεύνησε το σπίτι. 

Δεν βρήκε τίποτα. Τρία παράθυρα του σπιτιού ήταν ανοιχτά, αλλά όχι παραβιασμένα. Από τη σκόνη και τα σκουπίδια στις ράγες ανοίγματος φαινόταν ότι ήταν ανοιχτά επί μήνες.

Έδωσα κατάθεση για όλα αυτά στην Ασφάλεια. Λίγο πριν τελειώσω, ο διοικητής μου είπε πως μάλλον πρόκειται για διάρρηξη γιατί βρήκαν και έναν σπασμένο αφαλό κλειδαριάς. Του απάντησα πως τα παράθυρα του γείτονα ήταν ανοιχτά και δεν χρειαζόταν καμιά διάρρηξη. Μεταξύ σοβαρού και αστείου του είπα επίσης πως αν κάποιοι ήθελαν να με σκοτώσουν, δεν χρειαζόταν να δείξουν ότι σκοτώνουν έναν δημοσιογράφο, αλλά κάποιον που βρέθηκε τη λάθος στιγμή σε λάθος σημείο. Έναν άτυχο δηλαδή σε κάποια διάρρηξη.

Τις επόμενες ώρες μίλησα με αρκετούς ανθρώπους που χειρίζονται επιχειρησιακά θέματα ασφάλειας και τους οποίους γνωρίζω εξαιτίας της δουλειάς μου. Το σενάριο το οποίο θεωρούν ως δεδομένο είναι ένα: Το σπίτι ήταν υπό παρακολούθηση όπως και εγώ. Η ατυχία που είχα με την μηχανή, προφανώς μπέρδεψε τους δράστες, οι οποίοι περίμεναν να με δουν να φτάνω με τη μηχανή. Μπήκαν στην αυλή μου και το διπλανό οικόπεδο περιμένοντας να φτάσω. Ο εισβολέας πίσω από την εξώπορτα θα είχε τον πρώτο λόγο, ενώ θα με εγκλώβιζαν δύο από το διπλανό οικόπεδο και δύο από το κάτω μέρος του κήπου μου. Δεν ήξεραν πως ήμουν ήδη στο σπίτι και αιφνιδιάστηκαν.

Πρέπει να πω πως αυτό το σενάριο το πιστεύω αν και είναι το τελευταίο που θέλω να ισχύει. Δεν κάνει κανένας διάρρηξη στο διπλανό σπίτι, στρατοπεδεύοντας στο δικό μου. Ούτε έχει ακροβολισμένο ένα στρατό. Ούτε τοποθετεί κάποιον πίσω από την πόρτα που θα έμπαινα. Απέναντι από το σπίτι του γείτονά μου υπάρχουν 3 μισοτελειωμένες οικοδομές, ιδανικές για να ελέγχουν την περιοχή και την όποια επιχείρηση «διάρρηξης». Όπως και ένα άδειο οικόπεδο γεμάτο με χόρτα. Προτίμησαν όμως το σπίτι μου με τρία άγρια σκυλιά.
Πριν από 3 μέρες, ένας άνθρωπος που ζήτησε να με συναντήσει για μια πολύ σοβαρή υπόθεση, φεύγοντας μου είπε «πρόσεχε γιατί μπορεί να σε φάνε και να σκηνοθετήσουν μια ληστεία ή μια διάρρηξη». Ξέρω πολύ καλά ότι αυτό συμβαίνει συχνά. «Άγνωστοι» ληστές μπορούν να πέσουν σε άτυχους μάρτυρες ή δημοσιογράφους. Επειδή έχουν συμβεί πολλά και το παρακράτος είναι εκτός από επικίνδυνο και μια γλίτσα που κολλάει παντού, στις 25 Μαΐου που είχε κάνει μία ακόμη προσπάθεια με την εμπροσθοφυλακή του, είχα γράψει ένα άρθρο για αυτό που μπορεί να συμβεί. Και δυστυχώς συνέβη, νομίζω. Μπορείτε να το διαβάσετε εδώ http://www.koutipandoras.gr/?p=20928
Η Αστυνομία μπορεί να ανακοινώσει ό,τι θέλει. Δεν με απασχολεί. Μια αστυνομία που στέλνει ένα στραπατσαρισμένο ασφαλίτικο σε λάθος αριθμό οδού, την ώρα που ξέρει ότι ένας δημοσιογράφος έχει δεχθεί εισβολή, δεν έχει αξιοπιστία σε τίποτα. Την δεύτερη φορά που κάλεσα το 100, μου είπαν να καλέσω το Αστυνομικό Τμήμα του Αγίου Στεφάνου. Και από εκεί μου ξαναείπαν να καλέσω το 100. Η δε, τηλεφωνήτρια όταν ξανακάλεσα αγανακτισμένος, με ρωτούσε διάφορα «κουφά» στοιχεία ταυτότητας (μέχρι και τί δουλειά κάνω) προκειμένου να δώσει εντολή για να ενεργήσουν. Όχι, αυτή την Αστυνομία δεν την θεωρώ αξιόπιστη, αν και θεωρώ πολλά από τα στελέχη της και τους αστυνομικούς της. Ακόμα και αν συλλάβουν «διαρρήκτες».

Να προσθέσω ένα ακόμη στοιχείο. Πριν ανακοινώσω οτιδήποτε, φροντίζοντας απλώς να συλλέξω όσο πιο πολλά στοιχεία μπορούσα, ένα από τα γνωστά blog παρακρατικής δράσης έκανε ανάρτηση για να ακυρώσει εκ των προτέρων την όποια δική μου ανακοίνωση. Σύμφωνα με την ανάρτηση, γνωστός δημοσιογράφος – παρουσιαστής, προσπαθούσε να πείσει γνωστό επιχειρηματία για τον οποίο κάνει ειδικές αποστολές για τα συμφέροντά του, πως δέχθηκε επίθεση. Η επίθεση μάλιστα, έλεγε δεν είχε καμιά επιβεβαίωση από την αστυνομία. Ακόμη και αν μία στις χίλιες πίστευα πως δεν έκαναν καμιά επίθεση εναντίον μου, το «δημοσίευμα» με πείθει. Όταν το παρακράτος τρέχει να προκαταβάλει την κοινή γνώμη, το έχεις χτυπήσει αλύπητα και έχει αρχίσει να φοβάται.

Ως επίλογο θέλω να σας γράψω ένα μήνυμα που μόλις ήρθε από τη φίλη μου τη Νικολέτα: «Τι να πω, ζούμε ένα Μεσαίωνα ενώ πιστεύουμε ότι έχουμε Δημοκρατία. Να προσέχεις και το ξέρεις ότι δεν είσαι μόνος».

Το ξέρω και γι’ αυτό θα συνεχίσω να κάνω αυτό που κάνω. Δεν θα ζητήσω ούτε φρουρές, ούτε όπλα. 

Συνεχίζω να πιστεύω πως χρειαζόμαστε απλώς αλήθειες.

ΥΓ Προς παπαγαλάκια: Πρέπει να καταλάβετε ότι δεν είσαστε πια οι πολύχρωμες πόρνες του συστήματος, αλλά αυτοί που το εκθέτουν. Το ψέμα σας είναι αυτό που απλώς αποδεικνύει την αλήθεια μου.


Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

ΟΛΟΙ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΞΑΝΑ,ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΑΛΛΗ ΕΠΙΛΟΓΗ!

Διαβάστε περισσότερα...

Ίσως Μιά Ελπίδα....




του Καρτέσιου

Στο 1:27 του video από την επίθεση των χρυσαυγιτών στη λαϊκή αγορά Μεσολογγίου, βρήκα μια γυναίκα που ίσως να με σώσει από τη ντροπή μου. Είναι μόνη της και τα χώνει σε όλα αυτά τα πιθήκια που μπουλουκηδόν τρομοκρατούν τον κόσμο.

Σ’ αυτή τη γυναίκα υποκλίνομαι. Την ευχαριστώ. Ας μην την ξέρω, ας μην ξέρω σε ποιο κόμμα ανήκει, ας μην ξέρω πώς τη λένε. Εγώ τη βάφτισα Ελπίδα.

Δε χαμπάριασε ούτε τα μούσκουλα των ηλιθίων, ούτε το γεμάτο μίσος ύφος του καραφλού τραμπούκου. Τους ξεμπρόστιασε και τους ανάγκασε να χρησιμοποιήσουν το επιχείρημα ότι σπάζουν τους πάγκους εκείνων «που δεν πληρώνουν στον Δήμο». Φροντίζουν και για τον υγιή ανταγωνισμό των μικροπωλητών τώρα οι χρυσαυγίτες. Μετά την επίσημη ανάληψη των...
καθηκόντων τους στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, τώρα ανέλαβαν και το υπουργείο Ανάπτυξης.

Ώστε, λοιπόν, δεν έσπαζαν τους πάγκους όσων δεν ήταν Έλληνες. Κι ας ακούγεται καθαρά η φωνή ενός ρουφιάνου τους, να απαντάει στην ερώτηση του αρχηγού «παράνομος είναι κι αυτός;», με τη φράση «σκατάμαυροι είναι, μαύροι».

Χέστηκαν οι χρυσαυγίτες για το ποιοι πληρώνουν τα τέλη στο Δήμο. Είναι γελοίο να χρησιμοποιούν αυτό το επιχείρημα, διότι ως γνωστόν στην πλειοψηφία των λαϊκών αγορών ούτε ταμειακές υπάρχουν, ούτε αποδείξεις κόβονται. Άρα, όλοι είναι παράνομοι. Απλώς, δεν είναι όλοι «σκατάμαυροι». Οι «σκατάμαυροι» πρέπει να πληρώνουν. Οι «σκατάσπροι» μπορούν να φοροδιαφεύγουν.

Τώρα πια δε γράφω συχνά. Προτιμώ να συζητώ. Οι χριστιανοί λένε ότι αν πάρεις κάποιον από τα χέρια του διαβόλου και σώσεις την ψυχή του θα πάς στον παράδεισο, στον ουρανό. Εγώ λέω ότι αν πείσω έστω κι έναν να μην ψηφίσει Χρυσή Αυγή, να μην την υποστηρίζει, να μάθει να τη σιχαίνεται όπως της αξίζει, τότε ίσως καταφέρω να μη ζήσω την κόλαση εδώ. Κι από την άλλη, προσπαθώ να καταλάβω τι γίνεται και δεν αντιδρά κανείς μας σε αυτή τη ναζιστική οργάνωση.
Συζητώντας είδα ότι ξεκινήσαμε πάλι να γεννάμε ευρωπαϊκές ψευδαισθήσεις. Στην αρχή, μου το είπε μια φίλη που εκτιμώ. Ύστερα άλλοι δυο-τρεις. «Η Χρυσή Αυγή δε μπορεί να κυριαρχήσει. Δε θα την αφήσουν οι Ευρωπαίοι».

Ας μη μπλέξουμε σε συζητήσεις σχετικά με το ότι η Ε.Ε. δεν είναι κάποιος θεσμός που ενδιαφέρεται για τη δημοκρατία. Δεν ενδιαφέρεται. Αυτό που φοβάμαι είναι ακριβώς το αντίθετο. Ότι δηλαδή το ΔΝΤ, οι Βρυξέλλες και τα κατά τόπους κυβερνητικά τσιράκια τους, επιθυμούν να γίνει η Ελλάδα μία χώρα όπου θα κυριαρχήσει η τρομοκρατία του νεοναζισμού.

Η Ελλάδα εδώ και χρόνια αποτελεί έναν πολύ βολικό εκφοβισμό για τους εργαζόμενους και τα συνδικάτα ευρωπαϊκών χωρών. Είναι η απειλή για να περάσουν κι εκεί μέτρα λιτότητας. «Θέλετε να γίνουμε Ελλάδα;» είναι η απάντηση σε κάθε αίτημα. Φαίνεται ότι η οικονομική εξαθλίωσή μας δεν αρκεί. Θέλουν και την πολιτική μας εξαθλίωση, ίσως και τη φυσική εξόντωση πολλών από εμάς, ώστε να γίνουμε ακόμη αποτελεσματικότερη απειλή. Να γίνουμε ένα ακόμη πιο φρικιαστικό παράδειγμα προς αποφυγή.

Η Ελλάδα δε θα είναι μια φρίκη στην άλλη άκρη του κόσμου. Θα είναι μια πραγματικότητα στη γειτονιά τους. Μέσα στα πόδια τους. ‘Ένα κράτος – φάντασμα, με εξαθλιωμένους πολίτες και τρομοκράτες με στολές.

Ίσως αυτή η Ελλάδα να είναι η δική τους ελπίδα για ακόμη μεγαλύτερα κέρδη, για ακόμη περισσότερη εκμετάλλευση. Θέλω να πιστεύω ότι η δική μου Ελπίδα, αυτή που σας σύστησα στην αρχή, είναι πιο δυνατή. Ότι μια μέρα θα ξυπνήσουμε όλοι έτσι και θα πούμε το «άντε γαμήσου ρε ναζί με τη σκατάμαυρη μπλούζα».

Και τώρα, η συνέχεια του video που είδαμε στην αρχή του κειμένου.


Διαβάστε περισσότερα...