Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Με τον όρο επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου περιγράφονται τα γεγονότα του 1843, τα οποία κατέληξαν στην παραχώρηση συντάγματος από τον Όθωνα και στη μετάβαση της Ελληνικής πολιτείας από την απόλυτη μοναρχία στη συνταγματική μοναρχία.

Πίνακας περιεχομένων
  • 1 Κατάσταση της χώρας
  • 2 Προετοιμασία
  • 3 Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843
  • 4 Η επόμενη μέρα
  • 5 Μετά την επανάσταση: Η Α' εν Αθήναις Εθνική Συνέλευση του 1843
  • 6 Παραπομπές
  • 7 Πηγές
Κατάσταση της χώρας

Οκτώ χρόνια μετά την ενηλικίωση του Όθωνα, η κατάσταση στον ελλαδικό χώρο ήταν δραματική. Μεγάλα προβλήματα, όπως η αγροτική γη, οι εθνικές γαίες, η εκπαίδευση κ.ά. συνέχισαν να ταλανίζουν τη χώρα, με αποτέλεσμα την δικαιολογημένη δυσφορία του λαού. Ο απολυταρχικός τρόπος άσκησης της εξουσίας του παλατιού πολλές φορές οδηγούσε σε μικροεξεγέρσεις, οι οποίες καταστέλλονταν αμέσως από τον κυβερνητικό στρατό. Το παλάτι συγκέντρωνε το γενικό μίσος και αποτελούσε τον στόχο της πολιτικής πάλης.

Προετοιμασία
Το 1840, ο Μακρυγιάννης ίδρυσε μια -κατά τον Όθωνα- παράνομη οργάνωση, με σκοπό την επιβολή συντάγματος. Στην οργάνωση σύντομα μυήθηκαν οπλαρχηγοί και αγωνιστές του '21, οι οποίοι είχαν παραγκωνισθεί από τους Βαυαρούς. Τα μέλη της οργάνωσης δεσμεύονταν με όρκο στην πατρίδα και στην Ορθοδοξία. Μερικοί από τους οπλαρχηγούς που μυήθηκαν ήταν οι Θεόδωρος Γρίβας, Μήτρος Δεληγιώργης, Κριεζιώτης κ.α.

Στη συνέχεια ο Μακρυγιάννης έστρεψε την προσοχή του στους πολιτικούς και κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια, έτσι ώστε να μυήσει έμπιστα άτομα. Προσέγγισε και μύησε τον αρχηγό του Ρωσικού κόμματος, τον Ανδρέα Μεταξά, σημαντική προσωπικότητα της εποχής, ενώ στη συνέχεια προσχώρησε στο κίνημα και ο αρχηγός του Αγγλικού κόμματος, Ανδρέας Λόντος. Αυτοί οι δύο κατόρθωσαν να μυήσουν τις πιο εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής όπως τους: Ρήγα Παλαμήδη, Κωνσταντίνο Κανάρη, Χρύσανθο Σισίνη, Κωνσταντίνο Ζωγράφο κ.α. Για να επιτύχει όμως το κίνημα χρειαζόταν και η συνεργασία του στρατού. Για τον λόγο αυτό μύησαν τον συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη. Για να επιτύχουν τους σκοπούς τους φρόντισαν να τον μεταθέσουν από το Άργος στην Αθήνα και να τον διορίσουν στρατιωτικό διοικητή της Αθήνας. Ο Καλλέργης κατάφερε να φέρει σε επαφή τους κινηματίες και με άλλους στρατιωτικούς, όπως τον Σπυρομήλιο και να τους πείσει να προσχωρήσουν στην οργάνωση. Λίγο πριν το ξέσπασμα του κινήματος σχηματίστηκε τριμελής επιτροπή που σχηματίστηκε από τους Ανδρέα Μεταξά, Μακρυγιάννη και Δημήτριο Καλλέργη. Ο καθένας αντιπροσώπευε έναν διαφορετικό κόσμο: ο Μεταξάς τον πολιτικό, ο Μακρυγιάννης τον λαϊκό και ο Καλλέργης τον στρατιωτικό.

Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843

Η επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου
σε επιστολικό δελτάριο των αρχών του 20ου αι.

Η αρχική ημερομηνία εκδήλωσης του κινήματος είχε ορισθεί να είναι η 25η Μαρτίου 1844, για να συμπίπτει με τον εορτασμό της επανάστασης. Ο ενθουσιώδης όμως Μακρυγιάννης διέδωσε το μυστικό σε πολλούς, με αποτέλεσμα να επισπευσθεί η εκδήλωση του κινήματος. Το κίνημα είχε αποφασισθεί να ξεσπάσει στους στρατώνες, έτσι ώστε να ακινητοποιηθούν άμεσα τα στελέχη του Οθωνικού καθεστώτος. Έτσι, τη νύχτα της 2ης προς 3ης Σεπτεμβρίου πολλά σημαίνοντα στελέχη του κινήματος κατευθύνθηκαν προς το σπίτι του Μακρυγιάννη για να δώσουν το τελικό σύνθημα. Η χωροφυλακή παρατήρησε τις ύποπτες κινήσεις γύρω από την οικία του και την περικύκλωσαν. Ο Καλλέργης, συνειδητοποιώντας την κρισιμότητα της κατάστασης, κατέφθασε στους στρατώνες και ξεσήκωσε τους αξιωματικούς με το σύνθημα "Ζήτω το Σύνταγμα". Αμέσως διέταξε έναν λόχο να διαλύσει την πολιορκία του οίκου του Μακρυγιάννη και άλλον ένα να ανοίξει τις φυλακές του Μεντρεσέ, ενώ αυτός παράλληλα κατευθυνόταν[1] με 2.000 στρατιώτες στα ανάκτορα. Επιπλέον είχε στείλει στρατιωτικά αποσπάσματα να καταλάβουν το νομισματοκοπείο, την Εθνική Τράπεζα, το Δημόσιο Ταμείο και τα διάφορα υπουργεία.

Η άφιξη του στρατού με ζητωκραυγές και συνθήματα συντέλεσε, ώστε να σπεύσουν προς τα ανάκτορα και οι κάτοικοι της Αθήνας και να ενωθούν με τον στρατό. Ο Βασιλιάς έστειλε τον υπασπιστή του Γρίβα Γαρδικιώτη και τον υπουργό στρατιωτικών Αλέξανδρο Βλαχόπουλο να βολιδοσκοπήσουν την κατάσταση και να προσπαθήσουν να μεταπείσουν τους στρατιώτες. Κατά διαταγή όμως του Καλλέργη συνελήφθησαν αμέσως. Ο Όθωνας, φοβούμενος για τα χειρότερα, έστειλε τον Στάινστορφ, τον διαγγελέα του, στο Σχινά για να φέρει τα πυροβόλα. Ο τελευταίος όμως προτίμησε να συνταχθεί με τους επαναστάτες.

Στις 3 τα ξημερώματα προσήλθαν και οι πολιτικοί αποστάτες και μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο Α. Μεταξάς, ο Α. Λόντος, ο Κ. Ζωγράφος, ο Ρ. Τζουρτζ, κάλεσαν τους υπόλοιπους συμβούλους της επικρατείας σε συνεδρία για να επικυρώσουν τις επαναστατικές πράξεις.[2] Το συμβούλιο αναγνώρισε το κίνημα, καθόρισε τη σύγκληση Εθνοσυνέλευσης και διόρισε επιτροπή υπό τους Γεώργιο Κουντουριώτη, Λ. Μαυρομιχάλη, Γ. Λινιάνα, Γ. Ψύλλα, Ανδρέα Λόντο και Κ. Προβελέγγιο, η οποία θα παρουσίαζε τις αποφάσεις του στο Βασιλιά. Το νέο υπουργικό συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχαν στελέχη και από τα τρία μεγάλα κόμματα, είχε ως εξής (Κυβέρνηση Ανδρέα Μεταξά 1843): Πρόεδρος και υπουργός εξωτερικών Ανδρέας Μεταξάς, υπουργός στρατιωτικών ο Ανδρέας Λόντος, υπουργός Ναυτικών ο Κωνσταντίνος Κανάρης, υπουργός Δικαιοσύνης ο Λέων Μελάς, υπουργός εκκλησιαστικών & παιδείας ο Μιχαήλ Σχινάς, υπουργός Οικονομικών ο Δρόσος Μανσόλας και υπουργός Εσωτερικών ο Ρήγας Παλαμήδης.

Η επόμενη μέρα

Ο λαός και ο στρατός διαλύθηκαν στις 3 το μεσημέρι, αφού πληροφορήθηκαν ότι όλα τα αιτήματα έγιναν αποδεκτά. Τέλος, με βασιλικά διατάγματα η 3η Σεπτεμβρίου ανακηρυσσόταν σε μέρα εθνικής γιορτής, ενώ ο Δημήτριος Καλλέργης παρασημοφορούνταν, ως αρχηγός[3] του επαναστατικού κινήματος.

Μετά την επανάσταση: Η Α' εν Αθήναις Εθνική Συνέλευση του 1843

Τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο έγιναν οι εκλογές του 1843 και οι εκλεγμένοι πληρεξούσιοι συγκρότησαν την συνταγματική Εθνική Συνέλευση που είχαν απαιτήσει όσοι έλαβαν μέρος στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και συνέταξαν Σύνταγμα, το οποίο υπέγραψε ο Όθωνας. Από τότε η πλατεία των Ανακτόρων μετονομάστηκε σε Πλατεία Συντάγματος.

Παραπομπές

  1. ↑ Ο Καλλέργης σε επιστολή του προς τον πρεσβευτή της Βαυαρίας στη Βιέννη αναφέρει οτι κατευθυνόταν με 2.000 στρατιώτες και 20.000 λαό. Το τελευταίο θεωρείται αρκετά υπερβολικό.
  2. ↑ Τρύφων Ευαγγελίδης (1894). Ιστορία του Όθωνος Βασιλέως της Ελλάδος 1832-1862. Αθήνα: Αριστείδης Γαλανός. σελ. 204.
  3. ↑ Χαρακτηριστικό είναι το σχόλιο ιστορικού της εποχής: Χωρίς τον Μακρυγιάννη και τον Μεταξά η επανάσταση δε θα γινόταν. Χωρίς τον Καλλέργη η επανάσταση πολύ απλά δε θα πετύχαινε.

  • Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Νεότερης και Σύγχρονης Ελλάδας, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1997, ISBN 960-600-524-0
  • Ε΄ Ιστορικά, Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Αθήνα 2000
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού [1]
  • Εγκυκλοπαίδεια Δομή
  • Εφημερίς “Αθήνα” 6 Σεπτεμβρίου 1843 (Αθήνα) για την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου [2]
Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015

Δώδεκα του Αυγούστου του 1944 σκοτώσανε τον Σταύρο…

undefined


Του έβγαλαν ένα – ένα τα δόντια. Δεν μίλησε!
  
Του έκοψαν ένα – ένα τα δάκτυλα. Δεν μίλησε!
          
Άρχισαν να του πετσοκόβουν πόδια και χέρια. Δεν μίλησε!
             
Κι όταν βρέθηκε κάτω από τα γερμανικά τανκς είχε ακόμη τη δύναμη να περιφρονήσει τους δημίους του!
 

Του Νίκου Ψιλάκη
   
Ήταν παιδί, στα δεκαοχτώ του, γεμάτος όνειρα. Προτίμησε να πεθάνει ελεύθερος παρά να ζει με το στίγμα του κιοτή. Τον έλεγαν Σταύρο Ανδρεαδάκη. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Σοκαρά της Κρήτης.
               
         Την ιστορία του Σταύρου Ανδρεαδάκη δεν την ήξερα. Τη διάβασα φέτος τον Σεπτέμβρη σε ένα φωτοτυπημένο, αλλά επαρκώς τεκμηριωμένο, φυλλάδιο γραμμένο από τον φιλίστορα δικηγόρο κ. Γιώργο Καρτσωνάκη. Το επόμενο πρωί βρισκόμουν στο Σοκαρά, ένα μικρό χωριό κοντά στο Ασήμι. Δεν είχα ξεκαθαρίσει τι ακριβώς αναζητούσα. Θεώρησα την επίσκεψη σαν ένα ταπεινό προσκύνημα στη μνήμη του ήρωα που δεν γνώρισα. Κατέληξα να γράφω ένα, επίσης ταπεινό, κείμενο – σπονδή. Ο Σταύρος, ετών δεκαοχτώ. Να λοιπόν που μερικές φορές ένα άγουρο παλικαράκι μπορεί να σηκώσει την ιστορία στους ώμους του και να γίνει ώριμος ήρωας!
            
Μόνον ένας από τους αδερφούς του βρίσκεται ακόμη στη ζωή. Ο Λευτέρης, κοντά στα ογδόντα πέντε του, καλοστεκούμενος ακόμη. Διαβάζει βιβλία, ψάχνει, ταξινομεί τις αναμνήσεις τοποθετώντας τα γεγονότα σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο. Άλλωστε, στην Κρήτη μπορεί να συναντήσει κανείς φαινόμενα που για άλλους τόπους θα ήταν εντελώς παράδοξα. Να δει βοσκούς να μελετούν ιστορίες και Ερωτόκριτους, ξωμάχους –σαν τον Λευτέρη– να ανακατεύουν στο λόγο τους ιστορικά παραδείγματα που εκπλήσσουν. Ο Λευτέρης είναι ο τελευταίος θεματοφύλακας των πικρών βιωμάτων που μετουσιώθηκαν κι έγιναν δάκρυ αστείρευτο, που μεταλλάχτηκαν κι έγιναν μνήμη ακατάλυτη, που μεταμορφώθηκαν κι έγιναν πείσμα για λευτεριά, δικαιοσύνη κι αξιοπρέπεια.
   
Ο «απαγορευμένος» ήρωας
            
Καθώς περνώ το κατώφλι βλέπω απέναντι στον τοίχο μια φροντισμένη κορνίζα με την ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός νέου άνδρα.
   
-Ο Σταύρος; ρωτώ.
   
-Ναι, ο Σταύρος, απαντά ο γέροντας οικοδεσπότης κι ένα δάκρυ αυλακώνει το πρόσωπό του.
   
Αναρωτιέται κανείς αν ο πόνος μπορεί να κρατήσει τόσα χρόνια. Το δάκρυ του Λευτέρη είναι η καλύτερη απάντηση σε όσους θέλουν να ξεχνούν, σε όσους θέλουν να μας κάμουν να ξεχάσομε την ιστορία αυτού του τόπου, τα βάσανα αυτού του λαού.
   
Για δεκαετίες ολόκληρες το όνομα του Σταύρου ήταν σχεδόν απαγορευμένο, όπως και η θυσία του. Κανείς δεν μιλούσε για το παλικάρι του Σοκαρά, μέχρι που δυο λόγιοι του χωριού, ο Γιώργος Καρτσωνάκης και ο Σήφης Κοσόγλου, κατάφεραν να τον αποκαταστήσουν και να παραδώσουν στην ιστορική μνήμη την άσπιλη μορφή ενός παιδιού που έσφιξε τα σαγόνια –δόντια δεν του είχαν αφήσει- και έπνιξε τον αβάσταχτο πόνο για να μη μαρτυρήσει τα μυστικά του αγώνα!
                 
Ψυχωμένο παλικάρι ο Σταύρος ανέβηκε από μικρός στα αντάρτικα λημέρια. Εκεί, στην ελεύθερη πατρίδα των Ελλήνων, γνώρισε τους Καπεταναίους και τα ανταρτόπουλα.
           
-Δεν ήξερα τι είναι το ΕΑΜ, ήμουν μικρός εγώ, λέει ο Λευτέρης. Για πρώτη φορά το άκουσα από τον αδελφό μου. Τον Αύγουστο του ’44 ετοιμαζόταν να φύγει από το σπίτι. Την ώρα που άλλαζε τα ρούχα του, άνοιξα ένα φάκελο που κρατούσε και τον διάβασα. Θυμάμαι ακόμη, κοντά εβδομήντα χρόνια μετά, τι έγραφε: «Ντροπή στον κρητικό λαό να τον κρατούν στη σκλαβιά μερικές χιλιάδες Γερμανοί στρατιώτες».
                               
Λίγα λεπτά αργότερα ο Σταύρος έφευγε από το σπίτι. Έπρεπε να φέρει σε πέρας μιαν αποστολή που του είχαν εμπιστευτεί.. Να μεταφέρει ένα μήνυμα από το ΕΑΜ του Σοκαρά στα βουνά, στα Αστερούσια, στο χωριό Αχεντριάς, στον Παπαδάκη, έτσι λέγανε τον παραλήπτη.
                  
            Η αποστολή πήγε καλά. Ο Σταύρος παρέδωσε το μήνυμα και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Κατηφόρισε από τα μονοπάτια των Αστερουσίων, έφτασε στα πρώτα χωριά του κάμπου. Περνώντας από το Μεσοχωριό βρέθηκε να περπατά μέσα στην κοίτη του ποταμού Αναποδάρη. Από εκεί περνούσε ο δρόμος για το χωριό του. 
       
Έσερνε ένα μουλάρι φορτωμένο και προχωρούσε.
   
 Μερικές φορές, όμως, η τύχη παίζει παράξενα παιγνίδια. Οι Γερμανοί είχαν κάμποσους χωρικούς και τους είχαν ζέψει στην αγγαρεία. Δούλευαν εκεί κοντά. Οι κατακτητές, αξιωματικοί και στρατιώτες τους επιτηρούσαν.
                             
Ο λόγος πάλι στον Λευτέρη:
           
-Τον είδε τον Σταύρο ένας δικός μας, Γκεσταμπίτης, ένας Πήλιος Γούσης, και λέει στον Γερμανό: «Αυτός με το μουλάρι είναι ύποπτος». Περικύκλωσε ο στρατός το παιδί, το έπιασαν. Είχε φορτωμένα δυο δεμάτια σφάκες (πικροδάφνες) στο μουλάρι. Πήρε ο αξιωματικός ένα μαχαίρι και έκοψε τα δεματικά. Οι σφάκες σκορπίστηκαν στη γη κι από μέσα τους πετάχτηκε ένα όπλο, κάμποσα φυσίγγια, και μερικά γράμματα.
               
        Το όπλο τού το είχε δώσει ο Παπαδάκης να το φέρει στο χωριό, στο ΕΑΜ. Τον συνέλαβαν αμέσως, τον πήγαν στον Πύργο στο Φρουραρχείο, μετά τον πήγαν στον Χάρακα, πάλι στο Φρουραρχείο, κι από κει στις Μοίρες. Όταν ήταν στο Χάρακα φώναξαν τον πατέρα μου, ήταν γέρος άνθρωπος πια και δεν ήξερε τίποτε. «Πού είναι οι γιοί σου;» τον ρώτησαν, εμείς είμασταν τέσσερα αδέρφια. «Στο χωριό είναι», τους απάντησε. «Και ο Σταύρος;» τον ξαναρωτούν. Πάγωσε ο γέρος γιατί κατάλαβε ότι τον είχανε πιάσει. Τους απάντησε ότι ο Σταύρος βόσκει τα πρόβατα…
          
Στον σταυρό!
         
            Πάνω από τις Μοίρες στα ψηλώματα, κοντά στον μικρό οικισμό Βρέλη, είχαν εγκαταστήσει φυλάκια οι κατακτητές. Εκεί πήγαν τον Σταύρο. Τον έκλεισαν σε ένα παλιό πετρόχτιστο καλύβι και άρχισαν να τον βασανίζουν. Γερμανοί και γερμανοπροσκυνημένοι προδότες εξάντλησαν την αγριότητα και το μένος τους. Άκουγαν οι κάτοικοι τις βρισιές και τα ουρλιαχτά των κατακτητών, άκουγαν και τα βογκητά του παλικαριού. Κάποιοι προσπάθησαν να πλησιάσουν, να βοηθήσουν. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να του δώσουν ένα ποτήρι νερό.
           
Οι βασανιστές προσπαθούσαν να κάμουν τον Σταύρο να μιλήσει. Όσο κρατούσε το στόμα του κλειστό, τόσο θύμωναν, πείσμωναν… Σκύλιαζαν.
                    
   Στο μεταξύ ο γέρο Σταμάτης, ο πατέρας του, είχε αρχίσει τον αγώνα της αναζήτησης. Πήγε παντού. Έψαχνε το παιδί του. Αρχαία τραγωδία θυμίζει η προσπάθεια του πατέρα να σώσει το Σταύρο του. Ήθελε να παρακαλέσει. Ίσως να μαλάκωνε η καρδιά του κατακτητή. Τελικά κατάφερε να μάθει πως το παιδί του βρισκόταν στο Βρέλη.
                            
Ό,τι κι αν γραφτεί σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, δεν θα μπορέσει να δώσει την εικόνα της συμφοράς. Δεν τον πρόλαβε ζωντανό τον γιο του ο γέρο Σταμάτης.
                         
  Οι κάτοικοι του μικρού οικισμού ήταν οι μάρτυρες ενός από τα πιο φρικιαστικά εγκλήματα των Γερμανών στην Κρήτη. Ήταν αυτοί που έδωσαν πληροφορίες στην οικογένεια… Οι μαρτυρίες τους, όμως, δεν σώθηκαν σε κανένα επίσημο έγγραφο. Η πατρίδα δεν θεώρησε σκόπιμο να ανασκαλέψει την υπόθεση, να τιμήσει τον ήρωα και να αποκαλύψει τη θηριωδία. Η οικογένεια, όμως, δεν μπορεί να ξεχάσει. Ξέρουν ότι του έβγαλαν τα νύχια, του έβγαλαν τα δόντια, του πετσόκοψαν τα πόδια και τα χέρια, τον κατακρεούργησαν.
                      
Ένα από τα μαρτύρια, όχι όμως το τελευταίο, ήταν ο σταυρός! Τόλμησαν ακόμη και να τον σταυρώσουν!
       
Ακρωτηριασμένο και αιμορραγούντα τον ανέβασαν στο σταυρό. Κι όταν οι Γερμανοί κι οι εδώ συνεργάτες τους είδαν κι απόειδαν, κι όταν κατάλαβαν πως αυτό το σκληροτράχηλο παλικάρι δεν πρόκειται να μιλήσει, τον έβαλαν κάτω από τις ερπύστριες. Αυτή θα ήταν η τελευταία απειλή.
                          
Έβαλαν μπροστά τη μηχανή του τανκ. Ο Σταύρος έμεινε αμίλητος! Κράτησε το στόμα του κλειστό ακόμη κι όταν άρχισε να κινείται το θηριώδες όχημα, ακόμη κι όταν άρχισε να πολτοποιείται το κορμί του. Κι ύστερα τον άφησαν εκεί. Ανακατωμένες οι σάρκες με το χώμα. Τον παράτησαν άθαφτο σ’ ένα χωράφι.
            
Ο άταφος νεκρός
      
Τις νύχτες, που αλυχτούσαν τα σκυλιά και προσπαθούσαν να χορτάσουν την πείνα τους τρώγοντας ανθρώπινες σάρκες, ένας συγγενής των Ανδρεαδάκηδων πήρε την απόφαση.
              
Να ’τη πάλι την αρχαία τραγωδία μπροστά μας! Το ελληνικό ήθος που έρχεται μέσα από τη διαρκώς ανακυκλούμενη φωνή της Αντιγόνης. Ο θείος νόμος είναι πιο δυνατός από τον ανθρώπινο. Οι νεκρικές τιμές δεν αποτελούν τυπική υποχρέωση των συγγενών αλλά έκφραση αξιών, έκφραση ήθους. Κανένας νεκρός δεν πρέπει να μένει άταφος. Μόνο που ο Πολυνείκης, ο άταφος της αρχαίας τραγωδίας, είχε κατηγορηθεί ως εχθρός της πατρίδας του. Ο Σταύρος ήταν εχθρός των κατακτητών της πατρίδας του! Τα αρχέτυπα του πολιτισμού μας επανέρχονται κάθε φορά που μια καινούργια Αντιγόνη περιφρονεί τους νόμους των ισχυρών τούτου του κόσμου.
         
Λέει ο Λευτέρης:
            
- Είχα ένα θείο στο Βρέλη. Πήγε αυτός να τον πάρει από εκεί και να τον θάψει. Αλλά δεν μπορούσε ούτε να σιμώσει γιατί από πάνω, στο ύψωμα, είχανε στήσει το φυλάκιό τους οι Γερμανοί. Κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει εκεί κοντά. Τελικά, τόλμησε, δεν λογάριασε τον κίνδυνο, πήρε όσα κομμάτια κατάφερε να μαζέψει και τα έθαψε στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου. Τέσσερις φορές έχω πάει εκεί που τον σκότωσαν.
                          
Την πρώτη φορά είδα το αίμα, είχε ποτίσει τη γη, φαινόταν για πολύ καιρό.
Ύστερα από χρόνια πολλά ήρθαν και οι επίσημες επιβεβαιώσεις για τα βασανιστήρια του Σταύρου· τα έγγραφα των δικαστηρίων που μιλούσαν συγκαλυμμένα.
          
Ήταν οι απολογίες των δοσίλογων. Τα πιο «τρανταχτά» ονόματα προδοτών που έδρασαν στη Μεσαρά ήταν ανακατεμένα στην ιστορία του μικρού ήρωα. Μετά την απελευθέρωση οι δοσίλογοι έπρεπε να απολογηθούν για τα εγκλήματα που είχαν διαπράξει. Αρκέστηκαν να μιλήσουν μόνο για «σκληρά βασανιστήρια», όπως αποκαλύπτει ο Καρτσωνάκης, ο άνθρωπος που έριξε άπλετο φως στις πιο σκοτεινές πτυχές μιας υπόθεσης την οποία κάποια άνομα συμφέροντα ήθελαν να κρατήσουν στο σκοτάδι.
          
Μέσα από τις κρυπτικές απολογίες των δοσιλόγων, μέσα από τη σιωπή των γερμανικών πηγών, μέσα από τη συνενοχή των ντόπιων και ξένων εξουσιών, που δεν τιμώρησαν ποτέ τους εγκληματίες πολέμου, δεν είναι εύκολο να ανασυνθέσει κανείς τις λεπτομέρειες του ιστορικού παρελθόντος. Ούτε και να μάθει με πόση περιφρόνηση στάθηκε ένα παλικάρι μπροστά στο θάνατο.
        
Ο Λευτέρης βρίσκει τη δύναμη να συνεχίσει την αφήγηση.
          
-Χρόνια μετά έγινε η εκταφή των οστών του. Μας είπανε στο Βρέλη: «Μην περιμένετε να βρείτε κόκαλα, δεν υπάρχουν». Βρήκαμε μόνο ένα οστό της μιας κνήμης και μια κάτω γνάθο. Ούτε δόντια, ούτε πλευρά, ούτε τίποτα. Μόνο μερικά πολτοποιημένα κόκαλα ήταν θαμμένα εκεί.
      
Όταν η φρίκη αποτυπώνεται σε ένα ζευγάρι στιβάνια!
    
Πέρασαν λίγες μέρες μετά την ταφή. Ο γέρο Σταμάτης ανηφόρησε στο Βρέλη παρέα με κάποιον συγγενή του. Ας τα έσκιαζε όλα η φοβέρα. Αλλά, ποια φοβέρα να σταματήσει έναν χαροκαμένο πατέρα; Από μακριά είδε τα αίματα. Δίπλα κομμάτια από σκισμένα ρούχα και λίγο πιο κει ένα ζευγάρι στιβάνια. Ήταν του Σταύρου!
       
Ο συγγενής έσκυψε, έκανε να τα μαζέψει. Τα υποδήματα του νεκρού ήταν πολύτιμα εκείνα τα χρόνια· οι άνθρωποι περπατούσαν ξυπόλητοι, θα ήταν πολυτέλεια να τα παρατήσουν εκεί. Την ώρα που τα σήκωνε δεν άντεξε. Μια κραυγή πόνου βγήκε από το στόμα του… Τα στιβάνια δεν ήταν άδεια! Μέσα στο κουφάρι τους είχαν μείνει κομμάτια από σάρκες. Τα πόδια του Σταύρου!
Ειπώθηκε ότι του έκοψαν τα πόδια με τσεκούρι. Κανείς δεν μπορεί να το επιβεβαιώσει ούτε να το διαψεύσει σήμερα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι σάρκες του ήρωα είχαν μείνει μέσα στα στιβάνια του. Και ότι τα στιβάνια αυτά ήταν σκισμένα στο ύψος των αστραγάλων, ήταν κομμένα και το πετσί κρεμόταν. Άλλο φρικτό σημάδι της συμφοράς.
             
Η συνέχεια της ιστορίας φανερώνει μέσα από πόσες κακοτοπιές, στερήσεις και βάσανα πέρασε αυτός ο λαός. Ο συγγενής παρακάλεσε τον γέρο Σταμάτη να πάρει τα στιβάνια και να τα δώσει στον μικρό γιο του, τον Λευτέρη. Ούτε να τ’ ακούσει ο τραγικός πατέρας. Τελικά τα πήρε άλλος συγγενής, τα πήγε σε τσαγκάρη, έκοψε τα πετσιά που κρέμονταν, τα έκανε παπούτσια και τα έδωσε σε ένα παιδί να τα φορέσει.
       
Τραγωδία χωρίς κάθαρση
      
Δώδεκα του Αυγούστου του 1944 σκοτώσανε τον Σταύρο. Πέρασαν πέντε μέρες. Και στις δεκαεφτά του ίδιου μήνα ο Σοκαράς έμελλε να ζήσει ένα από τα μεγαλύτερα δράματα της ιστορίας του. Στις δεκαέξι το βράδυ πήγε εκεί ο δοσίλογος Πρόεδρος γειτονικού χωριού.
           
Μίλησε στους χωρικούς. Τους είπε να μη φύγει κανείς από το σπίτι του γιατί θα έρχονταν την επόμενη οι Γερμανοί για γυμνάσια. Όποιος έμενε δεν θα είχε τίποτα να φοβηθεί. Όποιος έφευγε θα πλήρωνε ακριβά την αποκοτιά του.
Το απόβραδο της άλλης μέρας βρήκε το χωριό πνιγμένο στο θρήνο. Οι Γερμανοί είχαν πράγματι μεταβεί στο Σοκαρά, αλλά όχι για γυμνάσια όπως έλεγε ο προδότης. Είχαν πάει για να σκοτώσουν! Είκοσι εφτά ήρωες ήταν τα νέα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας.
           
Είκοσι εφτά προγραμμένοι!

         
Και ενώ τα σπίτια του Σοκαρά άδειαζαν, και ενώ το μοιρολόι γινόταν απελπισία και η πείνα γινόταν αχώριστος σύντροφος των επιζώντων, μια καινούργια τραγωδία χτυπούσε την πόρτα των Ανδρεαδάκηδων… Κάποιοι είχαν πιστέψει ότι ο Σταύρος είχε λυγίσει. Και ότι είχε αποκαλύψει τα ονόματα των οργανωμένων στην αντίσταση. Το τίμημα βαρύ, ασήκωτο. Δεν έφτανε η συμφορά και το μοιρολόι. Ήρθε η υποψία να χτυπήσει την πόρτα της οικογένειας. Τέτοιες εποχές κανείς δεν κάθεται να σκεφτεί. Αποδείξεις εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν.
               
Κάπως έτσι κορυφώθηκε η τραγωδία. Ο νεκρός ήρωας θα μπορούσε να γίνει φαρμακός. Και είναι αλήθεια ότι μια βαριά σιωπή σκέπασε για δεκαετίες ολόκληρες τη μνήμη του.
       
Λέει ο Γιώργος Καρτσωνάκης:
            
 -Αν είχε ομολογήσει ο Σταύρος, τότε θα είχαν πιάσει τους ιθύνοντες του ΕΑΜ. Αλλά αυτούς δεν τους έπιασαν. Όλοι ξέρουν σήμερα ποιοι ήταν εκείνοι που προκάλεσαν τη σφαγή του Σοκαρά. Ο κατάλογος των προγραφών συντασσόταν για κάμποσους μήνες.
                  
 Η αποκάλυψη των μαρτυρικών καταθέσεων στο δικαστήριο των δοσιλόγων έδωσε νέα δυναμική στην ιστορία. Και νέα πνοή στη μνήμη. Την ανάστησε. Ναι, εξήντα πέντε χρόνια μετά. Το 2009, με πρωτοβουλία των Σοκαριανών, που μπορούν να περηφανεύονται σήμερα για όλους τους ήρωες τους. Και για τον Σταύρο…
Νομικό παράδοξο
            
Η δολοφονία του Ανδρεαδάκη έμεινε ατιμώρητη. Το δικαστήριο των δοσιλόγων που συνεδρίασε μετά την απελευθέρωση, στις 14 Μαρτίου 1946, ήξερε απλά ότι είχαν σκοτώσει ένα παιδί κοντά στο Βρέλη. Κατηγορούμενος για τη δολοφονία ο συνεργάτης των Γερμανών Μαγιάσης. Το δικαστήριο τον απάλλαξε. Όχι επειδή δεν συμμετείχε στο αποτροπιαστικό έγκλημα, αλλά… επειδή τάχατες δεν ήταν γνωστό το όνομα του θύματος. Ο Καρτσωνάκης αποκαλύπτει το σχετικό επίσημο έγγραφο και ρίχνει περισσότερο φως στην τραγωδία:
          
«Το δικαστήριον κηρύσσει τον κατηγορούμενο Ν. Μαγιάση αθώο λόγω αμφιβολιών της κατηγορίας ότι εξετέλεσε, μετά Γερμανού στρατιώτου, κατ΄ Αύγουστον 1944, μεταξύ Μοιρών και Αγίου Αντωνίου, ένα παιδί ηλικίας 18-19 ετών αγνώστου ονοματεπωνύμου, με την κατηγορία ότι απέκρυπτε όπλα…»
                
Και συνεχίζει ο φιλίστορας δικηγόρος:
       
«Στα παγκόσμια ποινικά χρονικά δεν υπάρχει παρόμοιο φαινόμενο, να έχομε έναν άνθρωπο, που βρίσκεται νεκρός σε συγκεκριμένο τόπο, που προσδιορίστηκε η ηλικία του και ο χρόνος του θανάτου, που αποκαλύφθηκε η αιτία για την οποία συνελήφθη και εκτελέστηκε, να παραπέμπεται με βούλευμα κατηγορούμενος για τον φόνο αυτό και η ανάκριση, ο Εισαγγελέας (τότε λεγόταν ειδικός Επίτροπος) και τελικώς και το δικαστήριο […] να αναφέρει ότι το θύμα είναι αγνώστου ονοματεπωνύμου…»
                    
Εν ολίγοις: Δεν υπάρχει όνομα, άρα δεν υπάρχει… έγκλημα!
          
Η αλήθεια, βέβαια, δεν είναι αυτή. Το όνομα ήταν γνωστό από άλλες υποθέσεις.
                     
Όσο για τον Μαγιάση… Αυτός καταδικάστηκε πολλές φορές σε θάνατο για τα αναρίθμητα εγκλήματά του. Αλλά δεν πρόλαβαν να τον εκτελέσουν. Τον έσφαξε ένας Ανωγειανός, ο Βρέντζος ή Τηγανίτης, μέσα στο ίδιο το δικαστήριο!
       
            Γράφε Ιστορία τα ψέματά σου αράδα
       
Καθώς βαδίζω στους δρόμους του Σοκαρά συλλαμβάνω τον εαυτό μου να σιγοψιθυρίζει τους γνωστούς στίχους του Βάρναλη:
      
Γράψε ιστορία τα ψέματά σου αράδα  και βλόγα τον φονιά, βρίζε το θύμα…
        
Είναι τραγωδία ο βασανιστικός θάνατος ενός ανθρώπου. Είναι μεγαλύτερη τραγωδία να τον βαραίνει μια αναπόδεικτη υποψία.
          
Χρειάστηκε να περάσουν εξήντα πέντε χρόνια μέχρι την τελική αποκατάσταση του ήρωα. Η κάθαρση θυμίζει σκηνικό αρχαίας τραγωδίας. Ο ήρωας μπορεί να αναπαύεται πλέον. Ως ήρωας!
          
Η ιστορία που δεν διδάσκεται:
               
Την ιστορία του Σταύρου Ανδρεαδάκη θα πρέπει να τη διδάσκονται τα παιδιά στα σχολεία. Όχι μόνο στα ελληνικά· στα σχολεία όλου του κόσμου, και κυρίως της Γερμανίας, θα πρέπει να διδάσκεται. Για να μαθαίνουν οι μελλοντικές γενιές των ανθρώπων πόση δύναμη και πόσο κουράγιο μπορεί να κρύβει η καρδιά ενός δεκαοκτάχρονου παιδιού. Για να καταλάβουν πόση αγριότητα και απανθρωπιά μπορούν να κρύβουν οι ψυχές των ναζιστικών ανδρείκελων.
                    
Σταύρος Ανδρεαδάκης, ετών 18. Ένας ήρωας που τον αγνόησε η ιστορία, τον περιφρόνησε η κοινωνία και τον τιμώρησε η πολιτεία!
           
Κανείς δεν θα μάθει ποτέ με πόση περιφρόνηση αντιμετώπισε εκείνους που του έβγαζαν ένα – ένα τα δόντια. Του έκοβαν ένα – ένα τα δάκτυλα. Του έκοψαν (μάλλον με τσεκούρια) τα πόδια.
          
Κανείς δεν θα μάθει τα τελευταία λόγια ενός παλικαριού που αγαπούσε τη ζωή. Και τη λευτεριά. Μπορούμε μόνο να τα μαντέψομε.
        
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

Η ιστορική μάχη στις Καρούτες - Όταν ο ΕΛΑΣ διέλυσε Γερμανικό Τάγμα 250 επίλεκτων στρατιωτών

undefined

Ήταν 5 Αυγούστου του 1944, όταν αντάρτες του ΕΛΑΣ εξόντωσαν το γερμανικό τάγμα, που αλαζονικά επιχείρησε να καταλάβει το μικρό χωριό της Άμφισσας. Η "μαεστρία" της παγίδας και η ιστορική μάχη, όπως την διηγήθηκαν επιζώντες Έλληνες και Γερμανοί (Pics+Vid)
Στα βουνά της Γκιώνας, στην Άμφισσα, λίγο μετά το Λιδωρίκι, στέκει ακόμη στα βάθη του χρόνου, ένα μικρό χωριό... ερημωμένο, αιματοβαμμένο, τέσσερις φορές καμένο από τους Γερμανούς. Ένα χωριό μαρτυρικό και τόσο σιωπηλά υπερήφανο, που αν επιχειρήσεις να αφουγκραστείς την ιστορία του, θα ανατριχιάσεις. Είναι οι Καρούτες. Εκεί, όπου στις 5 Αυγούστου του 1944, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ εξόντωσαν το Γερμανικό τάγμα 250 επίλεκτων στρατιωτών, που επιχείρησε να το κατακτήσει.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 71 χρόνων από την ιστορική - κι άγνωστη για πολλούς - μάχη, το WE του NEWS 247 φέρνει στο φως, το πώς ο Γερμανός κατακτητής πάτησε έναν τόπο και πλήρωσε με αίμα και θάνατο την αλαζονεία του. Πώς οι Έλληνες αντάρτες ακολουθώντας σχέδιο "οπισθοχώρησης", περικύκλωσαν τους Γερμανούς και τους εγκλώβισαν στο κέντρο του χωριού, εξαπολύοντας σε βάρος τους την επίθεση, που οδήγησε στη βαριά τους ήττα και παράδοση.

"Το χωριό καθάρισε αίματα και αποκαΐδια και ξαναχτίστηκε όπως - όπως, με τον καιρό, σκεπάζοντας τα χαλάσματα. Οι 140 σκοτωμένοι εχθροί που ξόφλησαν έτσι δα για λογαριασμό τους, κάηκαν μέσα στη ρεματιά που 'ναι στα πόδια του χωριού και τα καψαλιασμένα σκέλεθρά τους παραχώθηκαν με τον καιρό, από τις κατεβασιές του βουνού. Οι αντάρτες που έπεσαν στη μάχη, είναι λίγο πιο πάνω θαμμένοι, μέσα στον κοινό τάφο τους, στο νεκροταφείο του χωριού. Μία άκρη στη νοτιοδυτική γωνιά του κοιμητηρίου. Αυτός είναι ο τάφος με τους σκοτωμένους πατριώτες. Ολότελα γυμνός κι ασημάδευτος ο τύμβος των γενναίων", γράφει στο βιβλίο του "Η μάχη στις Καρούτες" ο Η. Παπανικολής.

undefined

(Καρούτες, Φωτογραφία του 1964. Το χωριό από το ανατολικό πλευρό του. Κάτω δεξιά το νεκροταφείο. Φαίνεται η γωνία με το δέντρο, όπου είναι ο τάφος των 30 ανταρτών, που έπεσαν στη μάχη)

Πριν τη μάχη

Η αναδίπλωση πριν το αιματηρό ξέσπασμα του κατακτημένου

Στις 5 Αυγούστου του 1944, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, σε συνεργασία με Άγγλους και Αμερικανούς σαμποτέρ, παγίδεψαν στις Καρούτες ένα Τάγμα 250 επίλεκτων Γερμανών στρατιωτών και το εξολόθρευσαν. Στη μάχη σκοτώθηκαν περισσότεροι από 100 Γερμανοί με το Διοικητή τους. Περισσότεροι από τους νεκρούς υπήρξαν οι αιχμάλωτοι. Σκοτώθηκαν και 29 αντάρτες και τρεις Καρουτιανοί πολίτες.

... Μία μέρα πριν, το πρωί της 4ης Αυγούστου, ο αντάρτης που φύλαγε σκοπός στο ψηλότερο πέρασμα της Γκιώνας, στον Έλατο, ξεσήκωσε τους συντρόφους του με φωνές πνιχτές: "Γερμανοί! Ανεβαίνουν φάλαγγα τις στροφές... Να τους!" Σε λίγο, τριάντα ελασίτες αντάρτες από το τμήμα του Έκτου Λόχου, από το Τάγμα του Κρόνου, της 5ης αντάρτικης ταξιαρχίας, με αρχηγό τον Κέρκη, πιάνουν το πέρασμα στην ψηλότερη κόχη, που ορθώνεται στα 1.500 μ. πάνω από την Άμφισσα. Μετρούν τους Γερμανούς, είναι κοντά 250, που σέρνουν μαζί τους μεταγωγικά, πάνω κάτω 50 μουλάρια και άλογα, φορτωμένα με υλικό εκστρατείας, όλμους, βαριά πολυβόλα, κιβώτια πυρομαχικών, ακόμη και ένα ορειβατικό πολυβόλο.

Οι αντάρτες είναι απληροφόρητοι, αλλά δεν ξαφνιάζονται. Έχουν ξαναμετρηθεί μαζί τους και δεν τους φοβούνται. Μόλις πριν έναν μήνα, είχαν χτυπηθεί από γερμανικό τάγμα στην Άμφισσα, σε μία επιχείρηση που δεν πέτυχε. Όμως οι αντάρτες ανέβηκαν ξανά στα βουνά, κουβαλώντας νεκρούς και εξοπλισμό και περιμένοντας την εκδίκηση.

Η είδηση ότι Γερμανοί κατευθύνονται στο χωριό μεταδίδεται γρήγορα και αθόρυβα στα γύρω χωριά. Ο ομαδάρχης Κέρκης ρίχνει λίγες σπαρτές ριπές και ο γεμιστής του πετά δύο ψιλοκρεμαστές χειροβομβίδες. Η φάλαγγα των Γερμανών σταματά ξαφνιασμένη, ενώ οι ακροβολιστές ξανοίγονται και απαντούν με τα αυτόματά τους. Στήνουν τα πολυβόλα και χτυπούν με απανωτές ριπές... Μία ησυχία κλείνει το επεισόδιο. Οι αντάρτες δεν φαίνονται πουθενά. Έχουν ήδη εξαφανιστεί στη βουνοπλαγιά.

Το γερμανικό Τάγμα είναι ένα ισχυρό εκκαθαριστικό απόσπασμα από τη γερμανική φρουρά, που κρατάει την Άμφισσα, το τρίτο Τάγμα από το επίλεκτο Σύνταγμα 18 των "Ορεινών Κυνηγών" της Αστυνομίας, με εμπειρία στον ανταρτοπόλεμο. Αποσπασματάρχης είναι ο λοχαγός Χάκερτ. Υποδιοικητής ο υπολοχαγός Όττο Βέμπερς.

undefined
(Ο υπολοχαγός Όττο Βέμπερς - φωτογραφία από εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, Απρίλιος 1944)

Σε όλες τις πλευρές του κάμπου είναι μοιρασμένοι και αριστοτεχνικά κρυμμένοι άνδρες του ΕΛΑΣ. Μετά από αρκετή καθυστέρηση, οι Γερμανοί μη βλέποντας μεγάλη δύναμη μπροστά τους, αναθαρρεύουν και προχωρούν ξανά. Είναι ήδη μεσημέρι, όταν ακόμα ψάχνουν τον άφαντο εχθρό. Το απομεσήμερο, ακόμη ένα περιστατικό ανταλλαγής πυρών "εξ αποστάσεως", χωρίς και πάλι κανείς να εμφανίζεται μπροστά τους. Η φάλαγγα συνεχίζει την πορεία της προς το χωριό.

Η εντολή για την αναδίπλωση των ανταρτών έχει έρθει από το Λιδωρίκι. Ο καπετάνιος του τάγματος, ο Κρόνος, ανεβαίνει μέχρι το πολυβόλο, για να εκτελεστεί σωστά το σχέδιο, χωρίς να υποψιαστούν οι εχθροί. Μετράει την κατάσταση και δίνει οδηγίες, για να διωχθούν σταδιακά οι άνδρες κι όσο γίνεται πιο κλέφτικα και να παγιδευτούν ανύποπτοι οι Γερμανοί στις Καρούτες.

Στο μεταξύ, τα γερμανικά όπλα έχουν σωπάσει. Οι Γερμανοί δεν κατάλαβαν την οπισθοχώρηση που έγινε μπροστά τους, χωρίς να το καταλάβουν. Ομάδα οπισθοφυλακής με αρχηγό τον Θανάση Αρετούλη (Ήφαιστο) σπέρνεται γύρω από το ξωκλήσι. Περνούν απαρατήρητοι από τον εχθρό, καθώς ξανοίγονται προς το μέρος του. Ο λοχαγός Χάκερτ είναι βέβαιος πως οι "λησταντάρτες" σκορπίστηκαν, για να αποφύγουν τη γερμανική δύναμη και γύρω στις 6 το απόγευμα, οι Γερμανοί μπαίνουν χωρίς αντίσταση στις Καρούτες. Ο Χάκερτ στέλνει από τον ασύρματο σήμα, ότι έχει στα χέρια του το χωριό.

Ωστόσο, όλα τα γύρω χωριά είναι ήδη σε πολεμικό συναγερμό. Οι κάτοικοι αδειάζουν τα σπίτια τους και οι αντάρτες είναι σε επιφυλακή. Τους αποχαιρετούν οι ντόπιοι με μία ευχή "Ώρα καλή παιδιά! Ψυχή βαθιά!", ενώ λένε τα ονόματά τους που είναι παρμένα από θεούς και ήρωες.


Το σχέδιο της επίθεσης από το "παρδαλό στράτευμα"

Το σχέδιο στην τελική του μορφή το παρουσιάζει ο επιτελάρχης Λογοθέτης, ο λοχαγός Γιώργης Σαμαρίδης από τη Σάμο. Δεν συμφωνεί η μάχη να δοθεί πάνω από τις Καρούτες, όπου οι Γερμανοί θα χρησιμοποιήσουν όλα τα όπλα τους. Ο εχθρός πρέπει να παγιδευτεί και να χτυπηθεί καταδρομικά, μέσα στο χωριό. Το σχέδιο εγκρίνεται και καταστρώνεται σε τρία φύλλα χαρτί, με ζωγραφισμένη κάθε λεπτομέρεια. Ο σύνδεσμος με την εντολή για τη μάχη φτάνει στα γύρω χωριά. Λείπουν πολλοί τραυματισμένοι αντάρτες, που γιατρεύονται, λείπουν κι εκείνοι που δεν θα γυρίσουν ξανά στη μάχη...

Από το στράτευμα των ανταρτών, άλλος έχει χακί παντελόνι και μαύρη τραγιάσκα, άλλος δίκοχο ιταλικό που γράφει "Ελευθερία ή Θάνατος" κι άλλος φοράει τα ρούχα της δουλειάς του. Όσοι έχουν πίσω τους υποχρεώσεις ή είναι ανήμποροι, καλούνται να μείνουν πίσω. Οι υπόλοιποι θα περικυκλώσουν το χωριό, για να πολεμήσουν το πρωί. Οι άνδρες μοιράζονται τα λίγα πυρομαχικά και το ξερό ψωμί και γεμίζουν τα παγούρια τους. Ξεκινούν για να πάρουν καθένας τη θέση του, ο λόχος με τους Ζαχαριάδη και Καλλίδρομο, οι αντάρτες του Παρνασσού, ο έκτος λόχος, οι εφεδρικοί. Όλοι.

Καθώς ξημερώνει η 5η Αυγούστου, οι Γερμανοί στρατιώτες αρχίζουν να ανοίγουν τα μάτια τους και γυρίζουν από δω κι από κει, έχοντας ξεχάσει τον πόλεμο...

undefined
(Το κέντρο του χωριού. Διακρίνονται η πλατεία, η βρύση, το σχολείο και η εκκλησία)

Η μάχη

Το πρώτο θύμα και ο λόχος που έμαθε για τη μάχη το ίδιο πρωί

Στην βρύση του χωριού, κοντοζυγώνει ένα μουλάρι, για να πιει νερό. Είναι ο Κατσούλης, το πρώτο θύμα της μάχης. Οι Γερμανοί το έβαλαν σημάδι κι όταν έσκυψε στο νερό, του άδειασαν το παραμπέλουμ στο κεφάλι, για να τον βράσουν στο καζάνι, για ένα μεγάλο τσιμπούσι.
Ο Χάκερτ νομίζοντας πως την προηγούμενη μέρα έτρεψε τους αντάρτες σε φυγή, λύνει την επιφυλακή του και ανοίγει τον ασύρματο, περιμένοντας εντολή να κινηθεί προς το Λιδωρίκι. Δεν έβγαλε μόνιμα φυλάκια στις κορφές, δεν υπήρχε απειλή... έτσι πίστευε.
Στο μεταξύ φτάνουν οι σύνδεσμοι αξιωματικοί της Συμμαχικής Αποστολής. Είναι ο Αμερικανός υπολοχαγός Μπομπ Φορντ και ο Άγγλος ανθυπασπιστής Τζόε, ο αεροπόρος υπαξιωματικός Τομ και ο Κύπριος λοχίας Πέτρος, που εκτελεί χρέη διερμηνέα. Από ένα λάθος που έκαναν οι σύνδεσμοι, η διαταγή για την κίνηση του λόχου του ανθυπολοχαγού Λάλου Θηριώτη (Οδυσσέα) έφτασε καθυστερημένα, στις 8 το πρωί της 5ης Αυγούστου. Μικρό το κακό, αφού τα κοντινά χωριά στέλνουν στον λόχο τα ζώα που χρειάζεται, για να μεταφέρει τον οπλισμό και να φτάσει εγκαίρως για τη μάχη. Έτσι κι έγινε. Ο Οδυσσέας στήνει τα πολυβόλα του, μοιράζει άνδρες και στόχους και στέλνει το σήμα. Όλα είναι έτοιμα. Η αντάρτικη λαβίδα γύρω από τις Καρούτες έχει κλείσει σφιχτά...
undefined
 
(Μέρες του 1945: Ο Ήφαιστος - κάτω δεξιά - και συναγωνιστές του από το Τάγμα του Κρόνου)

Ο Γερμανός διοικητής πέφτει νεκρός με το "καλημέρα"

Ο Ταξίαρχος δίνει το σήμα για να πέσει ο συνθηματικός όλμος. Πριν προλάβει να πέσει όμως, ακούγονται από το χωριό πέντε έξι ξερές τουφεκιές. Τι είχε συμβεί; Το παλικαράκι που κουβαλούσε το σιδερένιο κιβώτιο με τις σφαίρες, θέλησε να πλησιάσει λίγο περισσότερο τον γεμιστή του και γλίστρησε. Ο μεταλλικός ήχος από τις σφαίρες που χύνονται στο έδαφος, ξαφνιάζει τον Γερμανό φρουρό, που φωνάζει "Αλάααρμ". Μέχρι εκεί. Η πρώτη αντάρτικη μπαταριά τον καρφώνει στον τόπο, ενώ η δεύτερη σκοτώνει κι άλλον σκοπό που ανασηκώθηκε, για να δει τι συνέβη. Είναι 3 και κάτι το μεσημέρι. Η μάχη μόλις άρχισε!

Ξαφνικά γίνεται χαλασμός. Οι όλμοι σμπαραλιάζουν τον καταυλισμό των Γερμανών. Το πρώτο βλήμα πέφτει στον δρόμο προς το νεκροταφείο και κομματιάζει άλογα και μουλάρια. Το δεύτερο κάνει κομμάτια τον ασύρματο και τους χειριστές του. Σιγά σιγά, όλα τα όπλα των ανταρτών μπαίνουν στη μάχη. Χτυπούν το μέρος από την πλατεία προς το νεκροταφείο, σκοτώνοντας τα ζώα που κουβαλούν τον εξοπλισμό. Οι αντάρτες ξανοίγονται ακάλυπτοι και χύνονται στη μάχη.
Τρία απανωτά χτυπήματα στον εχθρό στα πρώτα κιόλας λεπτά αφήνουν τους Γερμανούς ακάλυπτους και απροστάτευτους. Ένα βλήμα που σκάει δίπλα στον μεγάλο πλάτανο του χωριού, σκοτώνει τον λοχαγό Χάκερτ. Ο διοικητής τους έχει πέσει νεκρός, χωρίς να έχει προλάβει καν να δώσει διαταγές. Οι επιδρομείς παραμένουν με έναν αξιωματικό, τον Βέμπερς, χωρίς να μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα βαριά όπλα τους. Στήνουν όμως έναν αμυντικό "σκατζόχοιρο" στο σχολείο και τα σπίτια του χωριού, πολεμώντας για τη ζωή τους.

undefined
(Το σχολείο, σε πρόσφατη φωτογραφία. Η ανατολική αίθουσα έχει ερειπωθεί)

Ο πρώτος νεκρός Έλληνας και μια αληθινή θυσία

Το σχολείο είναι το πιο δυνατό σημείο της γερμανικής άμυνας κι εκείνο που θα κρίνει τη μάχη. Η τρίτη διμοιρία του Ήφαιστου στο μεταξύ, κατευθύνεται προς την εκκλησία. Ο Ήφαιστος στηρίζει το μάουζερ του και αρχίζει να χτυπά. Ένας Γερμανός νεκρός, πεσμένος ανάσκελα, με μία τόση δα τρυπίτσα στο μεσόφρυδο.

Σ'αυτό το σημείο η διμοιρία έχει τον πρώτο νεκρό της. Ο αντάρτης Κώστας Μπούρας, ο Πρίαμος, ξεφεύγει από το πάνω μέρος της εκκλησίας, για να περάσει απέναντι. Ο εχθρός τον αντιλαμβάνεται όμως. Δύο σφαίρες τον βρίσκουν στο στήθος και τον ρίχνουν στο έδαφος.
Ένας πυροβολητής τους ξεπερνάει όλους και τρέχει μόνος και ακάλυπτος στον περίβολο της εκκλησίας. Είναι ο Παναγιώτης Κολοβός από τον Ορχομενό. Οι Γερμανοί τον βλέπουν και στρέφουν το μυδράλιο εναντίον του. Εκείνος στήνει όρθιος πάντα το πολυβόλο του στο πεζούλι. Είναι αργά. Χτυπημένος στα πλευρά, θα αφήσει την τελευταία του πνοή πάνω στο πολυβόλο του. Είναι μία αληθινή θυσία.

Οι Γερμανοί που μπόρεσαν να γλιτώσουν, αποτραβιούνται στα σπίτια της πλατείας, ενώ άλλες δύο διμοιρίες του έκτου λόχου κατηφορίζουν προς το σχολείο, που γίνεται φρούριο. Είναι ένα από τα άκαυτα σπίτια (το χωριό είχαν κάψει οι Γερμανοί και το 1942) και η στέγη του το προστατεύει από τις χειροβομβίδες. Ο εχθρός αναθαρρεύει και αμύνεται, με χειροβομβίδες.
Τότε, ένας μικρόσωμος αντάρτης, ο Κρόνος, θα απαντήσει με χειροβομβίδα. Άλλη λύση από τις χειροβομβίδες δεν υπάρχει. Ένας άλλος μικρόσωμος αντάρτης, ο Σταμάτης Πολιτάνος (Πύργος) θα τολμήσει να πλησιάσει, κρατώντας μία κίτρινη χειροβομβίδα, την οποία πετά μέσα στο σχολείο, από την τρύπα της σόμπας. Το φρούριο έχει ανοίξει την πόρτα του, όμως οι Γερμανοί θα μπουν γρήγορα στη διπλανή αίθουσα. Ακολουθεί μάχη σκληρή για ώρα, με έναν Γερμανό να σκοτώνει αντάρτες που επιχειρούν να εισβάλουν στον "χώρο" τους. Το χτύπημα θα έρθει από τον Κρόνο, τον Βελισσάριο και τον Κουρσάρο, που "γαζώνουν" με ριπές την πόρτα και ρίχνουν κι άλλη χειροβομβίδα. Όσοι βγαίνουν έξω, παραδίδονται νικημένοι. Η ώρα είναι πέντε... Το σχολείο είναι πια λάφυρο του έκτου λόχου.

Η μάχη συνεχίζεται στα πρώτα ορεινά σπίτια. Και εδώ κοστίζει πολύ αίμα. Οι αντάρτες δίνουν μάχη από φράχτη σε φράχτη και από τοίχο σε τοίχο, για περισσότερο από μιάμιση ώρα. Κανείς δεν περίμενε τόσο λυσσασμένη αντίδραση. Ο Οδυσσέας βλέπει με τα κιάλια του τι συμβαίνει και προστάζει τα μπροστινά του πολυβόλα, να βοηθήσουν. Οι Γερμανοί δέχονται πισώπλατα χτυπήματα, ενώ οι αντάρτες ξεπηδούν από τους φράχτες και μπαίνουν στα πρώτα σπίτια.

Ο κατά λάθος θάνατος του Ατρόμητου που "πάγωσε" τους αντάρτες

Στο ξεκαθάρισμα των βορινών σπιτιών, πέφτει νεκρός ο Ατρόμητος. Είναι ο πιο αδικοχαμένος από όλους τους νεκρούς. Έχοντας αντιληφθεί την ύπαρξη ενός ξεχασμένου μυδραλίου, αποφασίζει να το αρπάξει μόνος. Κάνει σήμα στους συντρόφους του και φεύγει. Άσπρος όπως ήταν και ξανθός, φορά στο κεφάλι του κράνος και κρατά ένα μάουζερ, λάφυρο από Γερμανό λοχία, που σκότωσε στη μάχη της Άμφισσας. Ξεπαστρεύει κάμποσους Γερμανούς και ανασηκώνεται και αρπάζει το μυδράλιο. Τότε, τον βλέπουν δύο - τρεις εφεδροελασίτες και πιστεύοντας πως είναι Γερμανός, τον σκοτώνουν κατά λάθος.

Ο ανταρτοπόλεμος συνεχίζεται. Από τα σπίτια που καταλαμβάνονται, οι Γερμανοί βγαίνουν με τα χέρια ψηλά, δηλώνοντας την παράδοσή τους. Οι μάχες όμως μεταφέρονται στα διπλανά σπίτια, όπου ο εχθρός έχει ταμπουρωθεί. Τα σπίτια και οι μισοπεθαμένοι από τα τραύματά τους Γερμανοί σταδιακά πέφτουν στα χέρια των ανταρτών.

Σε ένα σπίτι, ο Λυκούργος καλεί τους τραυματισμένους Γερμανούς να παραδοθούν. Πιστεύοντας ότι δεν θα αντισταθούν άλλο, μένει ακάλυπτος. Ένα αυτόματο μάρσιπ ξεπροβάλλει από τη γωνία του σπιτιού και αδειάζεται πάνω του. Θερισμένος από σφαίρες, πέφτει στο έδαφος. Οι άντρες του τον σηκώνουν συντετριμμένοι. Η ώρα είναι ήδη 5.30μμ.

Στα "πόδια" του χωριού, χαμηλά, δίνεται μάχη με πρωταγωνιστές τους εκκαθαριστές. Τη μεγαλύτερη θραύση κάνουν εδώ τα πολυβόλα του Οδυσσέα. Οι περισσότεροι Γερμανοί έχουν "γαζωθεί" από τις ριπές. Εφεδρικοί, βαθμοφόροι και οδηγοί έχουν βαλθεί, να ξεκαθαρίσουν τον τόπο από τους τρυπωμένους Γερμανούς. Εκεί θα βρει τον θάνατο ο Θανάσης Γκόλφης (Καπαρός), ένας 28χρονος χωρικός από τη Λεύκα, που άφησε το πρωί το περιβόλι του για να πολεμήσει. Παρακάλεσε τους αντάρτες να του δώσουν όπλο, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν και του ζήτησαν να φύγει. Εκείνος φεύγοντας, πήρε μαζί του μία καραμπίνα και βρέθηκε κοντά στους εφεδρικούς.

undefined
(Εύελπις, Σπύρος Νικολακόπουλος - Ολύμπιος. Στρατιωτικός διοικητής του 1ου λόχου του 11/36 Τάγματος Παρνασσίδας)

Το τελευταίο οχυρό και η παράδοση

Σε ένα άλλο σπίτι, με μεγάλη τριγυριστή μάντρα, οι Γερμανοί κρατάνε ακόμα το (προ)τελευταίο τους οχυρό, που θα πέσει με χειροβομβίδες και τη βοήθεια των ανταρτών που έχουν "καθαρίσει" τα άλλα σημεία και σπεύδουν για βοήθεια. Το τελευταίο οχυρό είναι στα τσιμαρέικα, δύο ή τρία καμμένα σπίτια, έναν τόπο δυο στρέμματα όλον κι όλον.

Τριάντα Γερμανοί με δύο πολυβόλα, χειροβομβίδες και αυτόματα μάχονται μέχρις εσχάτου, αποφασισμένοι για όλα. Φράχτες, χώματα, ντουβάρια τινάζονται στον αέρα από τη σφοδρότητα της μάχης. Οι Έλληνες μετρούν θύματα πολλά, ο τόπος γεμίζει τραυματίες. Ένας επονίτης 18 ετών, ο Λάμπρος από τη Θήβα, είναι ο πιο μικρός από τους νεκρούς αντάρτες.

Στο σημείο αυτό, η μάχη φαίνεται να έχει κερδηθεί, όμως οι Γερμανοί δεν παραδίδονται. Οι αντάρτες παίρνουν από τα λάφυρα τα αυτόματα, σφαίρες, χειροβομβίδες και προχωρούν. Ένας νεαρός, ο Γιάννης Τριανταφύλλου, ξέρει πώς να τους βγάλει από το σπίτι. Είναι το σπίτι του!

Το τέλος πλησιάζει. Το εχθρικό οχυρό έχει σιγάσει και τώρα κατευθύνονται προς τα εκεί και οι άνδρες του έκτου λόχου, που έχουν στο μεταξύ καθαρίσει όλη την πλαγιά και τα σπίτια. Οι Γερμανοί είναι από παντού περικυκλωμένοι. Ζητούν να παραδοθούν σε Έλληνα αξιωματικό.
Ο Εύελπις Σπύρος Νικολακόπουλος (Ολύμπιος) πετάει την εξάρτησή του και πλησιάζει. Από την κρυψώνα, εμφανίζεται ένας Γερμανός αξιωματικός με αίματα στο δεξί χέρι και την πλάτη. Είναι ο υπολοχαγός υποδιοικητής του εχθρικού τάγματος. Χαιρετίζει τον Έλληνα στρατιωτικά και παρουσιάζεται:
- Όττο Βέμπερς, Ομπερλώυτναντ.
- Οφιτσίρ, του απαντά ο Ολύμπιος και του δίνει το χέρι, δείχνοντας τους Γερμανούς που περιμένουν με έτοιμα τα όπλα τους. Οι αντάρτες θα σεβαστούν όλους τους αιχμαλώτους, όπως βεβαιώνει και με λόγο τιμής, σαν αξιωματικός προς αξιωματικό.
Ο Βέμπερς αποφασίζει να παραδοθεί. Σηκώνει το χέρι ψηλά και καλεί τους άνδρες του κοντά του. Με το άλλο χέρι, φέρνει στα χείλη τη σφυρίχτρα και σφυρίζει τη λήξη του αγώνα. Οι Γερμανοί παραδίνονται.
Η ώρα είναι 7.30 μ.μ. Η μάχη στις Καρούτες τελείωσε...

"Αυτός ο αντάρτικος στρατός πρέπει να τιμηθεί. Είναι ο λαός που στρατεύτηκε μόνος του και πολέμησε αβοήθητος τους ξένους κατακτητές. Είναι οι απροσκύνητοι, που έκαναν την Αντίσταση". Η. Παπανικολής

undefined

(Ο τάφος των νεκρών ανταρτών, στο νεκροταφείο του χωριού)

* Πηγή: Η Μάχη στις Καρούτες (5.8.44) - Ιστορημένη από τον Η. Παπανικολή" - Έκδοση 1983

Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Ο Έλληνας αντάρτης του Βιετνάμ: Αυτομόλησε στο Λαϊκό Στρατό και πολέμησε 12 χρόνια μέσα στη ζούγκλα


Ένας ζωντανός θρύλος του Βιετνάμ, που τιμάται σαν εθνικός ήρωας, ξετυλίγει το κουβάρι της πολυτάραχης ζωής του στο NEWS247. 
   
Ο Κώστας Σαραντίδης - Nguyen Van Lap μιλά για τα χρόνια που πολέμησε στο πλευρό των Βιετναμέζων ανταρτών και αφηγείται πώς βρέθηκε από τα Τάγματα Εργασίας των Γερμανών στη Λεγεώνα των Ξένων για να αυτομολήσει στη συνέχεια στο στρατόπεδο των Βιετμίνχ (pics & vid)
    
Η ζωή του σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1927 από φτωχή οικογένεια της Τούμπας. Μικρό παιδί, στην Κατοχή, το έσκασε από το σπίτι και τον αυταρχικό πατέρα του. "Είχε τα βάσανά του, ήμασταν φτωχοί, δούλευε όλη μέρα, αλλά παρόλα αυτά ήταν πολύ σκληρός.
             
Με έδενε στο κρεββάτι και με έδερνε με τη ζώνη. Αν δεν έφευγα θα είχα τρελαθεί" λέει στο NEWS247. O Κώστας Σαραντίδης ξέφυγε από τον βίαιο πατέρα  έπεσε όμως στα χέρια των Γερμανών που τον επιστράτευσαν στα Τάγματα Εργασίας της Κεντρικής Ευρώπης. Ήταν φθινόπωρο του '43. Σύντομα θα καταφέρει να το σκάσει κι από εκεί για να καταλήξει μετά το τέλος του πολέμου λεγεωνάριος της γαλλικής Λεγεώνας των Ξένων στην Αλγερία και κατόπιν στην Ινδοκίνα. Ούτε η Λεγεώνα όμως του ταίριαζε. Αυτομόλησε στο Απελευθερωτικό Μέτωπο Βιετμίνχ, πολέμησε με τον Λαϊκό Στρατό κι έζησε στο Βιετνάμ για είκοσι χρόνια. Κάπως έτσι, ο "Έλληνας Βιετκόνγκ" όπως πολλοί τον αποκαλούν,  έγραψε τη δική του ιστορία με μόνη πυξίδα το ένστικτό.
        
"Όλα αυτά τα χρόνια με οδήγησε το ένστικτο. Το ένστικτό μου δεν το παραβίασα ποτέ και ποτέ δεν με πρόδωσε" μου λέει. Τον συνάντησα στο Περιστέρι που ζει εδώ και χρόνια μαζί με τη Βιετναμέζα σύζυγό του, τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους, μία μέρα πριν φύγει για το Βιετνάμ. Εκεί τον αποκαλούν Nguyen Van Lap και τον τιμούν ως εθνικό ήρωα.
        
"Προσπαθώ να πηγαίνω μία με δύο φορές το χρόνο. Έχω άλλωστε την υπηκοότητα" εξηγεί κι αρχίζει να αφηγείται την ιστορία του.

      

Το παραμύθι της Λεγεώνας και ο ψεύτικος παράδεισος στη ζούγκλα με τον Ταρζάν

          

"Όταν πήγα στη Λεγεώνα ήμουν 17 ετών, αμούστακο παιδί που λένε και παρθένος (γέλια). Σαν πιτσιρίκος που ήμουνα πίστευα ότι θα βρω τον παράδεισο στη ζούγκλα με τον Ταρζάν! Δεν είχα ιδέα τη με περίμενε. Αλλά βλέποντας στην Αλγερία πώς συμπεριφέρονταν οι λεγεωνάριοι στους ντόπιους κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά. Αργότερα, όταν μπήκαμε στο καράβι για να πάμε στο Βιετνάμ, μας λέγανε ότι πάμε να αφοπλίσουμε τους Γιαπωνέζους, δεν ήταν όμως αυτός ο σκοπός μας.
                 
Την ίδια μέρα που φτάσαμε στο Βιετνάμ, καθώς περιμέναμε στο σταθμό, πλησιάζει ένας αστυνομικός τους μικροπωλητές, δίνει μία σε έναν πιτσιρικά κι άλλη μία στο ταμπλό που είχε απλωμένη την πραμάτεια του κι αρχίζει να τον βρίζει. Ξαφνιάστηκα! Αναρωτιόμουν γιατί το κάνει αυτό το πράγμα και μου λένε οι άλλοι λεγεωνάριοι 'μην στεναχωριέσαι, σε λίγο καιρό κι εσύ το ίδιο θα κάνεις'. Αυτό ήταν το πρώτο τσίμπημα. Θυμήθηκα την εποχή που ήμουν στη Θεσσαλονίκη μικρό παιδάκι και πούλαγαμε παστελάκια και ερχόντουσαν οι Γερμανοί και μας κάνανε τα ίδια. Τότε λέω αμάν, θα κάνω εγώ τα ίδια; Μπήκε ο δαίμονας στο μυαλό κι άρχισε να καλλιεργείται".

        

Εγώ σαν Έλληνας δεν μπορούσα να κάνω τα ίδια που μου έκαναν οι Γερμανοί κατακτητές

              

"Μετά από μερικές εβδομάδες ήταν πλέον σαφές ότι οι λεγεωνάριοι δεν ήταν εκεί ούτε για να βάλουν τάξη ούτε για να αφοπλίσουν τους Γιαπωνέζους και είπα 'Κώστα εσύ δεν έχεις καμία δουλειά εδώ'. Ήταν κι αυτό το συναίσθημά του ότι είσαι Έλληνες. Εμείς οι Έλληνες όπου και να πηγαίναμε ακούγαμε μόνο καλό λόγο, η λέξη Έλληνας ήταν σκληρό νόμισμα εκεί έξω. Με το λίγο μυαλό που είχα λοιπόν και τις ελάχιστες γνώσεις -γιατί δεν είχα σπουδάσει, το σχολείο το άφησα στην Τετάρτη δημοτικού- είπα: Δεν είναι η δικιά μου η θέση εδώ. Εγώ είμαι Έλληνας, δεν θα μου βρίζουνε τη μάνα, ούτε θα φτύνουνε πάνω στον τάφο μου".
       

Λι-Λι:  Η μυστηριώδης "υπολοχαγός Νατάσα" που με μύησε στο αντάρτικο

          

"Ήμουν μαζί με έναν Ισπανό, ο οποίος με καθοδηγούσε και του χρωστάω ευγνωμοσύνη γι αυτό. Αποφασίσαμε να φύγουμε μαζί, όμως χρειαζόμασταν έναν σύνδεσμο. Έτυχε λοιπόν ο Γάλλος στρατηγός, επιστρέφοντας από μια αποστολή να φέρει μαζί του μια κοπέλα, σαν γυναίκα του ας πούμε. Η μικρούλα ήταν πολύ όμορφή, μου άρεσε σαν μικρό παιδάκι που ήμουνα 18 χρονών, αλλά είχα απορία τόσο μικρή τι κάνει μαζί του; Λέω θα 'ναι πόρνη, για τα λεφτά θα το κάνει. Πολύ σύντομα όμως θα καταλάβαινα ότι επρόκειτο για μια ηρωίδα, μια πραγματική 'υπολοχαγό Νατάσα', όπως στην παλιά ελληνική ταινία.  Χωρίς να το ξέρω παρατηρούσε τις κινήσεις μου και είχε καταλάβει ότι δεν ήμουν σαν τους άλλους τους γερμαναράδες, είχα ευαισθησίες".
              

                  
"Όταν πήρα το πρώτο πριμ, 300 φράγκα, πήγα και της τα έδωσα όλα, τόσο μπουνταλάς ήμουνα! Όμως τη άλλη ημέρα μου τα επέστρεψε. Κατάλαβα ότι ήταν καλό παιδί. Ένα βράδυ που έλειπε ο στρατηγός ήρθε και με βρήκε στο ποτάμι. Μιλούσαμε όλη νύχτα και εκεί μου εξήγησε τι είναι οι Βιετμινχ. Τότε κατάλαβα ότι είχα μπροστά μου μια ηρωίδα και τη σεβάστηκα, δεν προχώρησε ποτέ η σχέση μας. Τις επόμενες ημέρες με έφερε κρυφά σε επαφή με έναν αντάρτη και αρχίσαμε να σχεδιάζουμε μαζί την απόδρασή μας. Δυστυχώς δεν τα καταφέραμε γιατί ο στρατηγός έφυγε και την πήρε μαζί του. Λίγο αργότερα, σε μια αποστολή, πιάσαμε έναν αιχμάλωτο και καταφέραμε να φύγουμε μαζί του. Ήταν η Λι-Λι όμως που μου εξήγησε και μου έδωσε το κίνητρο, γι' αυτό τη σεβάστηκα και τη μνημονεύω πάντα. Συγκινούμαι ακόμα και σήμερα όταν μιλάω για κείνη, έχω δώσει μάλιστα το όνομά της σε μία εγγονή μου".
        

 

Πολέμησα 12 χρόνια ξυπόλητος μέσα στη ζούγκλα

          
"Με τη Λεγεώνα έμεινα 2-3 μήνες, με τους αντάρτες στον ένοπλο αγώνα έμεινα 12 χρόνια. Οι αναμνήσεις είναι πολλές. Σε αυτό τον πόλεμο έδωσα την ψυχή μου. Περπατούσα ξυπόλητος πάνω στις πέτρες, όπως κι αυτοί, ήμασταν το ίδιο. Ένιωθα ελεύθερος και ήμουν ελεύθερος. Θυμάμαι το '48 ήμουν ο πρώτος που έριξε γαλλικό αεροσκάφος  και οι τρεις πιλότοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι.
Αυτό που με έκανε να αισθάνομαι υπερήφανος και να τους αγαπήσω είναι ότι με εμπιστεύθηκαν από την πρώτη στιγμή, μια εμπιστοσύνη που δεν την περίμενα. Οι ξένοι που λιποτάκτησαν από το γαλλικό στρατό και πήγανε με τους αντάρτες είναι εκατοντάδες, αλλά αυτοί που πήγανε στον ένοπλο αγώνα είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. Διότι οι περισσότερο Γερμανοί ήταν ηλικιωμένοι, κουρασμένοι από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που απλά δεν ήθελαν να πάνε να πολεμήσουν και να σκοτωθούν. Τέλειωσε ο πόλεμος και πήγαν στις πατρίδες τους. Τα νιάτα, οι πιτσιρικάδες ήμασταν 4-5 που μπήκαμε από την πρώτη στιγμή στον ένοπλο αγώνα. Θυμάμαι όταν επιστρέφαμε από μια επιχείρηση και πηγαίναμε σε μια μονάδα, επειδή ήμουν ο μόνος λευκός, τρέχανε και μου φέρνανε φρούτα και άλλα διάφορα και οι άλλοι ζηλεύανε και μου λέγανε 'όλο σε σένα έρχονται' Με αγαπούσαν, εγώ ήμουν φτωχό παιδί, φτωχοί ήταν κι αυτοί και ζούσαμε παρέα. Ποτέ δεν ένιωσα ότι εγώ είμαι ο λευκός, ο διαφορετικός".
     

        
"Έτσι πέρασαν λοιπόν 12 χρόνια κι άλλα 8 χρόνια έμεινα εκεί και δούλεψα, εργάστηκα στο αεροδρόμιο ως υπεύθυνος προμηθειών, μία θέση πολύ έμπιστη.
Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος με τους Αμερικανούς ήμουν εκεί, αλλά είχα ήδη τρία παιδιά. Έκανα αίτηση ως έφεδρος αξιωματικός να πάω ξανά στο μέτωπο, όμως δεν με δέχθηκαν. Μου είπαν 'το καθήκον σου το έκανες, τώρα αν θες να βοηθήσεις, να βοηθήσεις με τη δουλειά'. Πράγματι δουλεύαμε 4 ώρες επιπλέον την ημέρα από το 8ωρο για να βοηθήσουμε το Νότιο Βιετνάμ".
         

 

Περί στρατηγικής και "λαϊκού" πολέμου

              
"Ο πόλεμος του Βιετνάμ μπορούσε να κρατήσει άλλα τόσα χρόνια διότι ήταν λαϊκός πόλεμος. Πού διαφέρει ο λαϊκός πόλεμος με τους άλλους πολέμους; Δεν στέλνουν το στρατό να σφυροκοπά ακατάπαυστα. Το Βιετνάμ ήταν διαιρεμένο σε αυτοδιοίκητες στρατιωτικές ζώνες και κάθε στρατηγός δεν έστελνε όλες μαζί τις διμοιρίες του στον πόλεμο.  Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κρατούσαν 3 μήνες, το χειμώνα και την άνοιξη. Μόνο τρία τάγματα ήταν στη μάχη, τα άλλα ξεκουράζονταν. Αυτοί που ξεκουράζονταν παρήγαγαν. Εγώ δούλευα, είχαμε κτήματα και ασχολούμασταν με την κτηνοτροφία. Ταυτόχρονα με την εργασία είχαμε τη μόρφωση και την πολιτική καθοδήγηση. Όταν επέστρεφε η κουρασμένη μονάδα, εμείς ήμασταν ξεκούραστοι και έτοιμοι να πάμε στη μάχη. Είχα αντοχή γιατί πήγαινα στη μάχη τρεις μήνες το χρόνο, όλους τους υπόλοιπους είχα το περιθώριο και να μορφωθώ και να παράγω και να ξεκουραστώ. Ο πόλεμος του Βιετνάμ λοιπόν δεν ήταν ο απάνθρωπος πόλεμος, γι' αυτό είχε διάρκεια. Από εκεί και πέρα, στον πόλεμο πυροβολείς και δεν ξέρεις πού καταλήγει η σφαίρα. Στον πόλεμο σκοτώνεις για να μην σκοτωθείς".
       

Δεν μετάνιωσα για τίποτα, ήμουνα σε έναν δίκαιο αγώνα

           
Μου κάνει εντύπωση πώς μία πραγματικότητα τόσο σκληρή όσο αυτή του πολέμου αποτυπώνεται μόνο θετικά στο μυαλό ενός ανθρώπου, ο ίδιος ωστόσο αποφεύγει να αναφερθεί στο καθαρά επιχειρησιακό κομμάτι. Τον ρωτώ αν υπάρχει κάτι για το οποίο έχει μετανιώσει.
           
"Τίποτα απολύτως, ήμουνα μέσα σε ένα δίκαιο αγώνα. Πέρασα μέσα από το βούρκο αλλά δεν λερώθηκα, δεν λέρωσα το όνομά μου σαν Έλληνας, σαν Έλληνας έδειξα στον έξω κόσμο ότι αξίζουμε" απαντά ο κ. Σαραντίδης.

       

Η επιστροφή στην Ελλάδα και η διαρκής επιστροφή στο Βιετνάμ

          

"Το '65 επέστρεψα στην Ελλάδα για χάρη της μητέρας μου. Μου έστελνε γράμματα και γράμματα, ήθελε να ξαναδεί τον μεγάλο της γιο.  Έμεινα αρκετά χρόνια μακριά από το Βιετνάμ, την λεγόμενη κρατικοδίαιτη περίοδο του υπαρκτού σοσιαλισμού που απέτυχε, δεν μπορούσα να πάω, τα πράγματα ήταν σφιχτά. Αλλά από τότε που άρχισε να εκσυγχρονίζεται το Βιετνάμ και ξεκίνησε μια νέα εποχή, σύγχρονη, με δημοκρατία, πηγαίνω 2 φορές το χρόνο. Πολλές φορές με καλούν και μου καλύπτουν τα έξοδα. Το 2013 μου απένειμαν τον τίτλο 'ήρωας των ενόπλων δυνάμεων του Βιετνάμ'. Ως ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς μου, μου έδωσαν και την βιετναμέζικη υπηκοότητα".
       



         
Ο κ. Σαραντίδης συνεχίζει ως σήμερα να βοηθά ενεργά το Βιετνάμ, καθώς ασχολείται ιδιαίτερα με τα παιδιά-θύματα 3ης γενιάς των βομβαρδισμών με διοξίνη. "Αυτός ο λαός ξέρει να πεθάνει ξέρει να πολεμά αλλά ξέρει και να συγχωρά" λέει με αγάπη για τους Βιετναμέζους. Όταν η συζήτηση πηγαίνει στην σημερινή κατάσταση που βιώνει η Ελλάδα, ωστόσο, η απογοήτευση ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του.
        

 

       

Λυπάμαι πολύ για την Ελλάδα, δεν έχουμε πραγματικούς ηγέτες

        

"Αυτό που βλέπω και λυπάμαι πολύ για τη Ελλάδα είναι ότι δεν έχουμε πραγματικούς ηγέτες. Όποια πέτρα κι αν σηκώσει θα βρεις σκάνδαλα. Και στο εξωτερικό υπάρχουν σκάνδαλα κι εκεί κλέβουν, αλλά τουλάχιστον κάνουν έργα. Εδώ κλέβουν αλλά δεν κάνουν τίποτε. Δεν σέβονται καν ο ένας τον άλλο,  βλέπετε το επίπεδο των συζητήσεων στη Βουλή. Είναι δημοκρατία αυτό; Εντάξει εγώ είμαι αμόρφωτος αλλά αυτοί μορφωμένοι άνθρωποι δεν σέβονται ο ένας τον άλλο και μετά μιλάνε για δημοκρατία.  Λυπάμαι πολύ και δεν ξέρω τι να πω στους νέους ανθρώπους πέρα από το να κάνουν υπομονή. Τα πέρασα και τα ξέρω, η ζωή έχει σκαμπανεβάσματα,  οι κοινωνίες αλλάζουν. Τώρα με ποιον τρόπο θα έρθει η αλλαγή δεν ξέρω, πραγματικά, είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα".
       
*Μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες και οπτικοακουστικό υλικό για τον Κώστα Σαραντίδη - Nguyen Van Lap στο ντοκιμαντέρ του Γιάννη Τριτσιμπίδα με τίτλο "Βιέτ Κώστας. Υπηκοότης: Ακαθόριστος".
    



Πηγή: news247.gr
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Δημήτρης Καζάκης: "Θέλω να ζήσω για να εκδικηθώ" - 70 χρόνια από το Άουσβιτς.



του Δημήτρη Καζάκη

Σαν σήμερα στις 27 Ιανουαρίου 1945 o σοβιετικός στρατός προελαύνοντας στην Πολωνία και συντρίβοντας τις ναζιστικές ορδές, ανοίγει τις πύλες του κολαστήριου γνωστού ως Άουσβιτς. Πρόκειται για την Πολωνική τοποθεσία Όβσετσιμ, που Γερμανοί ναζί ονόμασαν Άουσβιτς όταν δημιούργησαν το σύμπλεγμα στρατοπέδων εξόντωσης.

Στο σύμπλεγμα αυτό εξοντώθηκαν γύρω στα 4 εκατομμύρια κρατούμενοι εκ των οποίων πάνω από 1 εκατομμύριο ήταν Εβραίοι από ολόκληρη την Ευρώπη. Μόλις έφταναν οι κρατούμενοι στο Άουσβιτς γινόταν η ταξινόμηση. Οι ικανοί προς εργασία έμεναν στο κυρίως στρατόπεδο, ενώ τα γυναικόπαιδα και οι γέροι σε ηλικία, αλλά και οι ανίκανοι προς εργασία μεταφέρονταν στο διπλανό στρατόπεδο Μπζεζίνκα (Μπιργκενάου).

Εκεί, οι περισσότεροι, μετά από νέα επιλογή από τους Γερμανούς, διατάσονταν να γδυθούν για να κάνουν δήθεν μπάνιο. Τους έκλειναν κατόπιν σε μεγάλα λουτρά όπου αντί για νερό διοχετευόταν αέριο Zyklon B. Κατόπιν τα πτώματα στοιβάζονταν και μεταφέρονταν στους φούρνους των κρεματορίων όπου και καίγονταν. Οι στάχτες και όσα οστά απόμεναν σκορπίζονταν κατόπιν σε λειβάδια της γύρω περιοχής, είτε ρίχνονταν στο κοντινό ποτάμι.

Στις αρχές του 1982 κατά τη διάρκεια εργασιών συντήρησης στο Άουσβιτς, που η Πολωνία είχε μετατρέψει σε μουσείο, ανακαλύφθηκε ένας καλά παραχωμένος θερμός. Μέσα σ' αυτόν υπήρχε μια επιστολή του Έλληνα κρατούμενου Μανώλη Νάτζαρη από την Θεσσαλονίκη. Η επιστολή αυτή γράφτηκε λίγο πριν την εκτέλεσή του στους θαλάμους αερίων κι ενώ είχε πληροφορηθεί ότι η Ελλάδα είχε μόλις απελευθερωθεί. Προοριζόταν για τους δικούς του ανθρώπους που την παρέλαβαν μετά από 37 ολόκληρα χρόνια.

Στη σελίδα 2 της επιστολής γράφει: "Προς τους αγαπημένους μου Δημήτριο Αθανασ. Στεφανίδη, στον Ηλία, Γιώργο Γούναρη, στην αγαπημένη μου Μαρία, Σμάρω Εφραιμίδου - στην Αθήνα - και στους άλλους όλους που πάντα θυμάμαι και τέλος προς την αγαπημένη μου πατρίδα Ελλάδα, της οποίας πάντα ήμουν καλός πολίτης."

Στη σελίδα 8 της επιστολής γράφει: "...Πάντα με κυρίευε ένα αίσθημα εκδίκησης. Ήθελα και θέλω να ζήσω για να εκδικηθώ για το θάνατο του πατέρα μου, της μητέρας του και της αγαπημένης μου αδελφής Νέλλης. Γι' αυτό αγαπημένε μου εξάδελφε Ηλία αν δεν ζήσω, θέλω να μάθεις... μία μοναδική μου επιθυμία είναι να επιζήσετε εσείς."

Στη σελίδα 11 γράφει: "Στο Μπίργκεναου... δεν θλίβομαι που θα πεθάνω. Αλλά επειδή δεν θα μπορέσω να εκδικηθώ όπως θέλω και όπως εννοώ, και αν τυχόν λάβεις το γράμμα μου από τους συγγενείς μας στο εξωτερικό, σε παρακαλώ γράψε αμέσως ότι η οικογένεια Νάτζαρη δολοφονήθηκε από τους πολιτισμένους Γερμανούς - Νέα Ευρώπη - όπως ονομάζει αυτά ο Γιώργος μου..." Και καταλήγει: "Πεθαίνω ευχαριστημένος γιατί αυτή τη στιγμή η Ελλάδα μας είναι ελεύθερη. Εγώ δεν θα επιζήσω, ας ζήσουν άλλοι. Ζήτω η Ελλάδα..."

Ο Μανώλης Νάτζαρης ήταν από τους εβραίους της Ελλάδας που έστειλαν οι ναζί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους στα κρεματόρια. Όμως ποιός ήταν πιο Έλληνας; Αυτός που πέθανε με την Ελλάδα στο νου και στην καρδιά του, ή εκείνοι που ανυψώνουν την δεξιά και μοστράρουν για "πατριώτες" λατρεύοντας τους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς των κρεματορίων;

Η Νέα Ευρώπη των πολισμένων Γερμανών του Άουσβιτς μπορεί να ηττήθηκε τότε, αλλά σήμερα έχει ανοικοδομηθεί και απειλεί με νέα βάσανα τους λαούς της Ευρώπης. Κι όσο υπάρχουν πολιτικοί που δεν μπορούν να μιλήσουν και πράξουν για την ελευθερία και την αυτοδιάθεση των λαών, όσο υπάρχουν πολιτικοί που θέλουν να διαπραγματευθούν τα ιδανικά και τα αιτήματα που οι παλιότερες γενιές έδωσαν τόσο άδολα το αίμα τους, τότε η βαρβαρότητα είναι η μόνη προοπτική μας.
Διαβάστε περισσότερα...